Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Μικρή αλλά σταθερή αύξηση στις καθαρές αποδοχές τους θα δουν από την 1η Απριλίου 2027 οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, καθώς η νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα θα περάσει εξ ολοκλήρου στη δική τους πλευρά, χωρίς αντίστοιχη ελάφρυνση για τους εργοδότες.

Η παρέμβαση περιλαμβάνεται σε διάταξη του σχεδίου νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και αφορά ειδικότερα την εισφορά υπέρ ανεργίας, η οποία μειώνεται από 2,40% σε 1,90% επί των ασφαλιστέων αποδοχών.

1

Το κρίσιμο στοιχείο της νέας ρύθμισης είναι ότι η μείωση κατά 0,50 ποσοστιαίες μονάδες αφορά αποκλειστικά το μέρος της εισφοράς που καταβάλλει ο εργαζόμενος. Συγκεκριμένα, η εισφορά των μισθωτών υπέρ ανεργίας περιορίζεται από 1,20% σε 0,70%, ενώ η αντίστοιχη εργοδοτική εισφορά παραμένει αμετάβλητη στο 1,20%.

Έτσι, το σύνολο των ασφαλιστικών κρατήσεων των εργαζομένων, για τις συνήθεις περιπτώσεις μισθωτής απασχόλησης, μειώνεται από 13,37% σε 12,87%, με το όφελος να αποτυπώνεται απευθείας στη μισθοδοσία. Η επιλογή να κατευθυνθεί ολόκληρη η νέα μείωση στην πλευρά των μισθωτών εντάσσεται στην προσπάθεια ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων.

Αντίθετα, οι εργοδοτικές εισφορές παραμένουν στο 21,79%, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να μην έχουν άμεσο όφελος από τη συγκεκριμένη μείωση, την ώρα που προγραμματίζεται νέα αύξηση του κατώτατου μισθού.

Πόσα χρήματα κερδίζουν οι εργαζόμενοι

Το οικονομικό όφελος εξαρτάται από το ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών, καθώς η μείωση υπολογίζεται ως ποσοστό επί του μεικτού μισθού.

Για εργαζόμενο με μεικτές αποδοχές 1.000 ευρώ, η μείωση των εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα αντιστοιχεί σε 5 ευρώ τον μήνα. Στα 1.200 ευρώ το όφελος φτάνει τα 6 ευρώ, ενώ στα 1.500 ευρώ διαμορφώνεται στα 7,50 ευρώ.

Για υψηλότερες αποδοχές, το όφελος αυξάνεται αναλογικά. Στα 2.000 ευρώ η μείωση των κρατήσεων αντιστοιχεί σε 10 ευρώ τον μήνα, στα 2.500 ευρώ σε 12,50 ευρώ και στα 3.000 ευρώ σε 15 ευρώ.

Σε ετήσια βάση, για εργαζομένους που λαμβάνουν 14 μισθούς, η μείωση αντιστοιχεί σε 70 ευρώ για μεικτές αποδοχές 1.000 ευρώ, σε 105 ευρώ για αποδοχές 1.500 ευρώ και σε 140 ευρώ για μισθό 2.000 ευρώ, εφόσον εφαρμοστεί για ολόκληρο το έτος.

Ωστόσο, επειδή η νέα ρύθμιση τίθεται σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2027, το πραγματικό όφελος για το πρώτο έτος εφαρμογής θα είναι μικρότερο και θα εξαρτηθεί από τις αποδοχές που θα καταβληθούν από την ημερομηνία έναρξης και μετά.

Τα παραπάνω ποσά αποτυπώνουν την ονομαστική μείωση των ασφαλιστικών κρατήσεων, πριν από τυχόν επιδράσεις στον φόρο εισοδήματος. Επομένως, η τελική αύξηση του καθαρού πληρωτέου μισθού μπορεί να είναι χαμηλότερη.

Συνδυαστικά με την αύξηση του κατώτατου μισθού

Η μείωση των εισφορών θα συμπέσει χρονικά με τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, που έχει προγραμματιστεί επίσης για την 1η Απριλίου 2027.

Με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται σήμερα στα 920 ευρώ, ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει νέα αύξηση, με στόχο να ξεπεράσει τα 950 ευρώ, στο πλαίσιο της σταδιακής ενίσχυσης των κατώτατων αποδοχών έως το 2028.

Εάν ο κατώτατος μισθός αυξηθεί ενδεικτικά στα 950 ευρώ, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα προσθέσει περίπου 4,75 ευρώ τον μήνα στις αποδοχές του εργαζομένου, πριν από τις φορολογικές επιδράσεις, πέραν του οφέλους που θα προκύψει από την ίδια την αύξηση του μεικτού μισθού.

Στην πράξη, οι μισθωτοί θα έχουν δύο πηγές ενίσχυσης του εισοδήματός τους: την αύξηση των μεικτών αποδοχών και τον περιορισμό των ασφαλιστικών κρατήσεων.

Χωρίς αντίστοιχη μείωση για τους εργοδότες

Διαφορετική είναι η εικόνα για τις επιχειρήσεις, καθώς η νέα παρέμβαση δεν μεταβάλλει το ποσοστό των εργοδοτικών εισφορών.

Η εισφορά υπέρ ανεργίας που καταβάλλουν οι εργοδότες διατηρείται στο 1,20%, ενώ το γενικό ποσοστό εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών παραμένει στο 21,79%.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα έχουν μείωση του μη μισθολογικού κόστους από τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Αντίθετα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα ανεβάσει το συνολικό κόστος απασχόλησης, καθώς οι εργοδοτικές εισφορές υπολογίζονται επί των μεικτών αποδοχών.

Ενδεικτικά, για αύξηση του μεικτού μισθού κατά 30 ευρώ, το πρόσθετο κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται σε περίπου 36,54 ευρώ ανά μήνα μισθοδοσίας, συνυπολογίζοντας τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές.

Σε ετήσια βάση, με 14 μισθούς, η πρόσθετη δαπάνη φτάνει περίπου τα 512 ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ για μια επιχείρηση με πέντε εργαζομένους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό διαμορφώνεται σε περίπου 2.558 ευρώ.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να καλύψουν το αυξημένο μισθολογικό κόστος χωρίς να επωφελούνται από τη νέα μείωση των εισφορών.

Τι προβλέπει η διάταξη

Η νέα ρύθμιση τροποποιεί το άρθρο 5 του νόμου 4997/2022, μειώνοντας τη συνολική εισφορά υπέρ ανεργίας που συνεισπράττεται από τον e-ΕΦΚΑ μαζί με τις υπόλοιπες ασφαλιστικές εισφορές.

Παράλληλα, διατηρούνται οι υπόλοιπες προβλέψεις για τους κλάδους και τους λογαριασμούς της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ).

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εργοδοτική εισφορά 0,15% υπέρ του Λογαριασμού Προστασίας Εργαζομένων από την Αφερεγγυότητα του Εργοδότη, η εισφορά 0,16% υπέρ του Ενιαίου Λογαριασμού για την Εφαρμογή Κοινωνικών Πολιτικών, η οποία επιμερίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καθώς και η εισφορά 0,35% που βαρύνει τον εργαζόμενο υπέρ του πρώην Οργανισμού Εργατικής Εστίας.

 

Διαβάστε επίσης 

Επίδομα γέννησης: Αυξήσεις έως 1.000 ευρώ και αναδρομικά για παιδιά που γεννήθηκαν από το 2026

Σε δημόσια διαβούλευση έως την 1η Νοεμβρίου το νομοσχέδιο με τα μέτρα της ΔΕΘ

Ακίνητα υψηλών προδιαγραφών: Τι αγοράζεις με 1 εκατ. ευρώ στην Αττική;