Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Υπάρχουν φορές που το ποδόσφαιρο συναντά την πολιτική και άλλες που η γεωπολιτική ανατρέπει τους σχεδιασμούς του ποδοσφαίρου.

Στη Σαουδική Αραβία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν συμβαίνουν πλέον και τα δύο, με φόντο έναν πόλεμο που απειλεί να γκρεμίσει το μεγαλύτερο αθλητικό στοίχημα του πανίσχυρου πρίγκιπα διαδόχου. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2034, το οποίο είχε σχεδιαστεί ως η κορυφαία επίδειξη οικονομικής ισχύος του βασιλείου, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια κρίση που φτάνει από τα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής μέχρι τα εργοτάξια των νέων γηπέδων.

1

Το ημερολόγιο δείχνει Οκτώβριο του 2026 και απομένουν οκτώ χρόνια μέχρι τη διοργάνωση. Η Σαουδική Αραβία, όμως, προετοιμάζεται να περιορίσει δραστικά τον αρχικό σχεδιασμό της, εξετάζοντας την εγκατάλειψη πέντε εκ των επιπλέον οκτώ γήπεδων που είχε προγραμματίσει να κατασκευάσει. Το κρατικό επενδυτικό ταμείο Public Investment Fund (PIF) επεξεργάζεται αναθεωρημένη πρόταση προς τη FIFA, με μόλις τρία από τα συγκεκριμένα οκτώ έργα να παραμένουν στον σχεδιασμό.

Η εξέλιξη είναι τεράστια. Από τα 15 γήπεδα που περιλάμβανε ο αρχικός φάκελος της υποψηφιότητας, το νέο σχέδιο ενδέχεται να περιοριστεί στα δέκα, εφόσον επιβεβαιωθούν όλες οι περικοπές. Και αυτό για μια διοργάνωση 48 εθνικών ομάδων, η οποία είχε παρουσιαστεί ως το επιστέγασμα μιας επενδυτικής στρατηγικής πολλών δισεκατομμυρίων.

Υπάρχει και μια κρίσιμη λεπτομέρεια που καθιστά ακόμη σοβαρότερη την ενδεχόμενη περικοπή των γηπέδων. Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση αξιολόγησης της σαουδαραβικής υποψηφιότητας, την οποία δημοσιοποίησε η FIFA τον Νοέμβριο του 2024, η διοργάνωση απαιτεί τουλάχιστον 14 γήπεδα. Ο αρχικός φάκελος της Σαουδικής Αραβίας περιλάμβανε 15 εγκαταστάσεις, υπερκαλύπτοντας οριακά την ελάχιστη απαίτηση. Επομένως, εάν τελικά ακυρωθούν πέντε γήπεδα και ο συνολικός αριθμός περιοριστεί στα δέκα, το βασίλειο θα υπολείπεται κατά τέσσερις εγκαταστάσεις από τις προδιαγραφές βάσει των οποίων αξιολογήθηκε και εγκρίθηκε η υποψηφιότητά του.

Η εξέλιξη αυτή μεταφέρει το πρόβλημα απευθείας στα γραφεία της FIFA. Η παγκόσμια ομοσπονδία θα κληθεί να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί μια τόσο σημαντική αναθεώρηση, εάν θα ζητήσει την κατασκευή εναλλακτικών γηπέδων ή εάν θα απαιτήσει την πλήρη συμμόρφωση της διοργανώτριας χώρας με τις αρχικές προδιαγραφές. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει ακόμη οκτώ χρόνια για να προσαρμόσει τον σχεδιασμό της, αλλά η διαφορά ανάμεσα στις 14 απαιτούμενες και στις δέκα σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις δημιουργεί ένα συγκεκριμένο οργανωτικό και κανονιστικό ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να επιλυθεί σε συνεννόηση με τη FIFA.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη ανατροπή. Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η εμπλοκή των Χούθι της Υεμένης, οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων και οι αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις αναγκάζουν το Ριάντ να επανεξετάσει τις προτεραιότητές του. Τα χρήματα που προορίζονταν για εντυπωσιακά στάδια, φουτουριστικές πόλεις και τουριστικά συγκροτήματα ανταγωνίζονται πλέον τις ανάγκες της άμυνας, της ασφάλειας και της οικονομικής σταθερότητας.

Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή το Μουντιάλ του 2034 ανατέθηκε στη Σαουδική Αραβία έπειτα από μια διαδικασία που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι συνθήκες εργασίας των μεταναστών, η δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι και η πολιτική του sportswashing είχαν ήδη δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα βαρύ υπόβαθρο. Τώρα προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας, με άμεσες συνέπειες στην υλοποίηση της διοργάνωσης: η αβεβαιότητα για το εάν το βασίλειο θα μπορέσει να παραδώσει εγκαίρως όσα υποσχέθηκε.

Τα 27 δισ. δολάρια, τα 15 γήπεδα και το μεγάλο οικονομικό στοίχημα

Το μέγεθος του σαουδαραβικού εγχειρήματος αποτυπώνεται στους αρχικούς οικονομικούς υπολογισμούς. Οι εκτιμώμενες επενδύσεις σε υποδομές που συνδέονται με το Μουντιάλ του 2034 ανέρχονταν σε περίπου 26 με 27 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου 23 δισ. ευρώ. Το ποσό περιλαμβάνει την κατασκευή και αναβάθμιση γηπέδων, καθώς και παρεμβάσεις σε αεροδρόμια, στο μετρό του Ριάντ και σε τουριστικές υποδομές.

Πρόκειται για εκτίμηση επενδύσεων σε υποδομές και όχι για οριστικό, εγκεκριμένο προϋπολογισμό των λειτουργικών δαπανών του τουρνουά. Ξεχωριστή αποτίμηση τοποθετούσε τη συνολική αξία των 15 προτεινόμενων γηπεδικών έργων στα 22,7 δισ. δολάρια, περίπου 19,5 δισ. ευρώ. Οι δύο υπολογισμοί καλύπτουν επικαλυπτόμενες κατηγορίες έργων και αποτυπώνουν την τεράστια κλίμακα του αρχικού σχεδίου.

Η Σαουδική Αραβία φιλοδοξούσε να μετατρέψει το Παγκόσμιο Κύπελλο σε κινητήριο δύναμη του Vision 2030, του σχεδίου οικονομικού μετασχηματισμού που προωθεί ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Η στρατηγική προβλέπει τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο, με επενδύσεις στον τουρισμό, στις κατασκευές, στην τεχνολογία, στην ψυχαγωγία και στον αθλητισμό.

Το ποδόσφαιρο είχε αποκτήσει κεντρική θέση σε αυτή την προσπάθεια. Οι τεράστιες δαπάνες για τη Saudi Pro League, η προσέλκυση του Κριστιάνο Ρονάλντο και άλλων διεθνών αστέρων, οι επενδύσεις σε συλλόγους και η διεκδίκηση μεγάλων διοργανώσεων αποτελούσαν διαφορετικές πλευρές της ίδιας στρατηγικής. Η Σαουδική Αραβία επιδίωκε να μετατραπεί σε έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς της παγκόσμιας αθλητικής βιομηχανίας.

Στην περίπτωση του Μουντιάλ, οι προσδοκίες ξεπερνούσαν τα άμεσα έσοδα από εισιτήρια, φιλοξενία και εμπορικές δραστηριότητες. Οι εκτιμήσεις για την οικονομική συνεισφορά της διοργάνωσης έφταναν από τα 9 έως τα 14 δισ. δολάρια, περίπου 7,7 έως 12 δισ. ευρώ, μέσω της πρόσθετης οικονομικής δραστηριότητας. Το βασίλειο προσδοκούσε επίσης μακροχρόνια οφέλη από τις νέες υποδομές και τη διεθνή προβολή του.

Το αρχικό σχέδιο περιλάμβανε 15 γήπεδα σε πέντε πόλεις και περιοχές: το Ριάντ, την Τζέντα, την Αλ Χομπάρ, την Άμπχα και τη NEOM. Η πρωτεύουσα θα αποτελούσε τον βασικό πυρήνα της διοργάνωσης, με το νέο King Salman International Stadium να σχεδιάζεται ως το μεγαλύτερο γήπεδο του τουρνουά, χωρητικότητας περίπου 92.000 θεατών.

Η κατασκευή γηπέδων αποτελούσε μόνο ένα μέρος της συνολικής κινητοποίησης. Η χώρα θα έπρεπε να εξασφαλίσει επαρκή ξενοδοχειακή δυναμικότητα, αποτελεσματικές μεταφορές μεταξύ των πόλεων, διεθνείς αεροπορικές συνδέσεις, προπονητικά κέντρα και υπηρεσίες για τις 48 αποστολές, τους αξιωματούχους, τους δημοσιογράφους και τους φιλάθλους.

Οι απαιτήσεις αυτές εξηγούν γιατί το Μουντιάλ του 2034 συνδέθηκε με ευρύτερα έργα αστικής ανάπτυξης, αρκετά από τα οποία βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με καθυστερήσεις ή αναθεωρήσεις. Η επιλογή αυτή δημιούργησε αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην προετοιμασία της διοργάνωσης και στην πρόοδο τεράστιων επενδυτικών σχεδίων που έχουν δικούς τους προϋπολογισμούς, χρηματοδοτικές ανάγκες και κατασκευαστικές δυσκολίες.

Η NEOM αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η φουτουριστική πόλη στη βορειοδυτική Σαουδική Αραβία, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα, σχεδιάστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Vision 2030. Στην καρδιά της βρίσκεται το The Line, η αμφιλεγόμενη γραμμική πόλη που επρόκειτο να αποτελέσει παγκόσμιο σύμβολο της νέας σαουδαραβικής οικονομίας.

Εκεί προβλεπόταν η κατασκευή ενός από τα πιο εντυπωσιακά γήπεδα στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το στάδιο της NEOM, χωρητικότητας περίπου 46.000 θεατών, σχεδιάστηκε να ενσωματωθεί στην υπερυψωμένη κατασκευή του The Line, σε ύψος περίπου 350 μέτρων από το έδαφος. Το εκτιμώμενο κόστος έφτανε τα 2,5 δισ. δολάρια, περίπου 2,2 δισ. ευρώ.

Στις αρχές Οκτωβρίου 2026 έγινε γνωστό ότι το έργο είχε τεθεί σε αναστολή επ’ αόριστον. Η συγκεκριμένη εξέλιξη ήταν το πρώτο μεγάλο πλήγμα στο αρχικό γηπεδικό σχέδιο και συνδέθηκε με την ευρύτερη επιβράδυνση της NEOM. Το στάδιο που προοριζόταν να συμβολίσει το τεχνολογικό μέλλον του παγκόσμιου ποδοσφαίρου βρίσκεται πλέον εκτός του άμεσου κατασκευαστικού προγραμματισμού.

Πέντε γήπεδα υπό ακύρωση και ο πόλεμος που αλλάζει τις προτεραιότητες

Η υπόθεση της NEOM αποδείχθηκε μόνο η αρχή. Στις 14 Οκτωβρίου ήρθαν στο προσκήνιο πληροφορίες για πολύ μεγαλύτερη αναθεώρηση, με το PIF να προετοιμάζει την εγκατάλειψη πέντε από τα οκτώ νέα γήπεδα που είχε αναλάβει να αναπτύξει.

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται το γήπεδο της NEOM, το στάδιο της King Abdullah Economic City, το γήπεδο της παράκτιας περιοχής Qiddiya Coast κοντά στην Τζέντα, καθώς και δύο έργα στο Ριάντ, στις περιοχές Roshn και New Murabba.

Πρόκειται για εγκαταστάσεις που είχαν συνδεθεί με ευρύτερα προγράμματα ανάπτυξης ακινήτων και νέων αστικών περιοχών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η επιβράδυνση των γηπεδικών έργων ακολουθεί την αναθεώρηση των ίδιων των επενδύσεων στις οποίες επρόκειτο να ενταχθούν. Το στάδιο της Qiddiya Coast είχε σχεδιαστεί με χωρητικότητα περίπου 45.000 θεατών, στο πλαίσιο μιας νέας τουριστικής και ψυχαγωγικής ανάπτυξης. Αντίστοιχη χωρητικότητα προβλεπόταν για το γήπεδο της New Murabba στο Ριάντ, μιας περιοχής που συνδέθηκε με το σχέδιο κατασκευής του τεράστιου κυβικού κτιρίου Mukaab, ύψους περίπου 400 μέτρων. Και τα δύο έργα αντιμετωπίζουν πλέον αβεβαιότητα. Στη New Murabba οι καθυστερήσεις και η αναστολή εργασιών στο εμβληματικό κτίριο έχουν επιβαρύνει τον συνολικό σχεδιασμό, ενώ η ανάπτυξη της Qiddiya Coast έχει επίσης τεθεί σε αναμονή.

Σημαντική είναι η διάκριση ανάμεσα στην Qiddiya Coast και στο Prince Mohammed bin Salman Stadium, το οποίο κατασκευάζεται στην ευρύτερη περιοχή της Κιντίγια, κοντά στο Ριάντ. Το δεύτερο εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στα έργα που προωθούνται, μαζί με το King Salman International Stadium και το Aramco Stadium στην ανατολική Σαουδική Αραβία.

Εάν ο νέος σχεδιασμός εγκριθεί, το βασίλειο θα μπορούσε να περιοριστεί σε έξι νεόδμητα γήπεδα συνολικά και τέσσερα ανακαινισμένα υφιστάμενα στάδια. Αυτό σημαίνει ότι η διοργάνωση θα έπρεπε να ανασχεδιαστεί με δέκα εγκαταστάσεις αντί για τις δεκαπέντε που περιλάμβανε ο αρχικός φάκελος.

Μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2026, πάντως, η πλήρης ακύρωση των πέντε γηπέδων δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως. Οι πληροφορίες αφορούν σχέδιο που βρίσκεται υπό επεξεργασία και αναμένεται να τεθεί υπόψη της FIFA, με τις τελικές επιλογές να παραμένουν ανοιχτές.

Η μείωση των γηπέδων έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συνδέεται με μια ευρύτερη οικονομική και στρατηγική μεταβολή. Η Σαουδική Αραβία είχε ήδη αρχίσει να επανεξετάζει τις τεράστιες δαπάνες των λεγόμενων μεγα-έργων, αναζητώντας επενδύσεις με ταχύτερη οικονομική απόδοση και μικρότερες χρηματοδοτικές απαιτήσεις.

Η πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επιδεινώνει αυτή την κατάσταση. Οι επιθέσεις των Χούθι από την Υεμένη, η ένταση με το Ιράν και η ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή έχουν αυξήσει τις απαιτήσεις για αμυντικές δαπάνες και προστασία κρίσιμων υποδομών. Ταυτόχρονα, οι κίνδυνοι για τις μεταφορές, την ενέργεια και τον τουρισμό επιβαρύνουν τις προοπτικές της οικονομικής διαφοροποίησης.

Το πρόβλημα έχει ήδη περάσει από τις οικονομικές προβλέψεις στην καθημερινή λειτουργία της χώρας. Οι επιθέσεις εναντίον στόχων στο Ριάντ και οι διαταραχές στο διεθνές αεροδρόμιο της πρωτεύουσας έχουν επηρεάσει τις αεροπορικές μετακινήσεις, προκαλώντας ακυρώσεις πτήσεων και αυξημένες ανησυχίες για την ασφάλεια των επισκεπτών.

Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σοβαρές για μια χώρα που σχεδιάζει να υποδεχθεί εκατομμύρια τουρίστες και να καταστήσει τον αθλητισμό έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της. Η διοργάνωση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου προϋποθέτει σταθερές διεθνείς αεροπορικές συνδέσεις, ασφαλή λειτουργία των πόλεων και δυνατότητα μαζικής μετακίνησης φιλάθλων από διαφορετικές ηπείρους. Οι πρώτες άμεσες επιπτώσεις στον διεθνή αθλητισμό είναι ήδη ορατές. Το Saudi International, τουρνουά γκολφ με χρηματικά έπαθλα 5 εκατ. δολαρίων, αναβλήθηκε επ’ αόριστον, ενώ αλλαγές έχουν σημειωθεί στον προγραμματισμό διοργανώσεων τένις και ηλεκτρονικού αθλητισμού. Η αυστραλιανή αποστολή αποσύρθηκε από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα αστικής ποδηλασίας στο Ριάντ, επικαλούμενη ζητήματα ασφαλείας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το Asian Cup του 2027, το οποίο έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί στη Σαουδική Αραβία από τις 7 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου. Οι διοργανωτές διαβεβαιώνουν ότι η προετοιμασία συνεχίζεται κανονικά, όμως η κατάσταση ασφαλείας έχει δημιουργήσει ερωτήματα για την ομαλή διεξαγωγή του τουρνουά. Ίσως μετατεθεί για το 2028 ή αλλάξει έδρα.

Η συγκεκριμένη διοργάνωση θα αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα οργανωτικά τεστ ενόψει του 2034. Τέσσερα από τα γήπεδα που προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν στο Παγκόσμιο Κύπελλο βρίσκονται επίσης στον σχεδιασμό του Asian Cup, γεγονός που συνδέει άμεσα τις δύο διοργανώσεις.

Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η κρίση δημιουργεί ένα σύνθετο οικονομικό δίλημμα. Η χώρα καλείται να προστατεύσει την ασφάλειά της, να διατηρήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και ταυτόχρονα να συνεχίσει τη χρηματοδότηση έργων που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο διεθνών δεσμεύσεων.

Οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες, η πίεση στα δημόσια οικονομικά και η επιβράδυνση της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων περιορίζουν τα περιθώρια χρηματοδότησης. Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία έχει μπροστά της και την Expo 2030 στο Ριάντ, μια ακόμη διοργάνωση που απαιτεί τεράστιες υποδομές και σημαντικούς οικονομικούς πόρους.

Η κατάσταση δημιουργεί αβεβαιότητα και για τους διεθνείς κατασκευαστικούς ομίλους που συμμετέχουν ή επιδιώκουν να συμμετάσχουν στα έργα. Η αναστολή επενδύσεων πολλών δισεκατομμυρίων επηρεάζει συμβάσεις, υπεργολαβίες, προμήθειες και τον μακροχρόνιο προγραμματισμό εταιρειών που είχαν συνδέσει την παρουσία τους στη χώρα με το Vision 2030.

Η προοπτική ενός μικρότερου Μουντιάλ σε επίπεδο υποδομών βρίσκεται πλέον στο τραπέζι. Το κατά πόσο η μείωση αυτή μπορεί να συμβαδίσει με τις τεχνικές και οργανωτικές απαιτήσεις της FIFA θα αποτελέσει κρίσιμο ζήτημα στις επόμενες διαβουλεύσεις.

Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν: Ο πρίγκιπας που κυβερνά τη Σαουδική Αραβία και διαχειρίζεται δισεκατομμύρια

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είναι ο άνθρωπος που συγκεντρώνει στα χέρια του τη μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική ισχύ στη Σαουδική Αραβία. Γεννημένος στις 31 Αυγούστου 1985, είναι γιος του βασιλιά Σαλμάν μπιν Αμπντουλαζίζ και από τον Ιούνιο του 2017 κατέχει τη θέση του πρίγκιπα διαδόχου. Τον Σεπτέμβριο του 2022 ανέλαβε και πρωθυπουργός, ενισχύοντας περαιτέρω τον έλεγχό του στη διακυβέρνηση του βασιλείου. Παρότι αρχηγός του κράτους παραμένει ο πατέρας του, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν καθορίζει τις σημαντικότερες πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές αποφάσεις της χώρας.

Η άνοδός του συνδέθηκε με μια ριζική αναδιάρθρωση της σαουδαραβικής εξουσίας. Ως υπουργός Άμυνας από το 2015 διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη, ενώ το 2017 πρωταγωνίστησε στην εκστρατεία κατά της διαφθοράς, κατά την οποία εκατοντάδες πρίγκιπες, επιχειρηματίες και πρώην αξιωματούχοι τέθηκαν υπό κράτηση, πολλοί στο πολυτελές ξενοδοχείο Ritz-Carlton του Ριάντ. Η επιχείρηση ενίσχυσε τον πολιτικό του έλεγχο, αλλά προκάλεσε διεθνείς επικρίσεις για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν.

Το οικονομικό του αποτύπωμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ο ίδιος προωθεί το Vision 2030, το πρόγραμμα μετασχηματισμού της σαουδαραβικής οικονομίας, και προεδρεύει του κρατικού επενδυτικού ταμείου Public Investment Fund (PIF), το οποίο διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Μέσω αυτού χρηματοδοτούνται επενδύσεις σε ενέργεια, τεχνολογία, τουρισμό, κατασκευές και αθλητισμό, συμπεριλαμβανομένων έργων που συνδέονται με το Μουντιάλ του 2034.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτημα της προσωπικής του περιουσίας. Κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει εκτιμήσεις πολλών δισεκατομμυρίων, χωρίς όμως να υπάρχει αξιόπιστη, δημόσια επιβεβαιωμένη αποτίμηση. Ο πρίγκιπας έχει συνδεθεί με αγορές εξαιρετικής πολυτέλειας, όπως το γαλλικό ανάκτορο Château Louis XIV και η θαλαμηγός Serene, ενώ η οικονομική επιρροή του εκτείνεται πολύ πέρα από τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία.

Ενδεικτικό είναι ότι το PIF διέθετε στο τέλος του 2025 υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία άνω των 900 δισ. δολαρίων, περίπου 775 δισ. ευρώ, και ανακοίνωσε ετήσια καθαρά κέρδη 17 δισ. δολαρίων, περίπου 14,6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για κρατικά κεφάλαια και όχι για προσωπική περιουσία του πρίγκιπα, ο οποίος όμως προεδρεύει του ταμείου και καθορίζει τη στρατηγική του.

Αυτή η συγκέντρωση εξουσίας εξηγεί γιατί η πορεία του Μουντιάλ του 2034 συνδέεται τόσο στενά με τον ίδιο. Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν υπήρξε ο βασικός πολιτικός υποστηρικτής της ανάθεσης και της χρηματοδότησης των υποδομών. Η σημερινή αναθεώρηση των επενδύσεων αποτελεί συνεπώς και προσωπική δοκιμασία για τον άνθρωπο που συνέδεσε το μέλλον της Σαουδικής Αραβίας με το Vision 2030.

Η αμφιλεγόμενη ανάθεση, τα ανθρώπινα δικαιώματα…

Η σημερινή κρίση αποκτά διαφορετική διάσταση εάν ανατρέξει κανείς στον τρόπο με τον οποίο η Σαουδική Αραβία εξασφάλισε τη διοργάνωση του 2034. Η διαδικασία ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου 2023, όταν η FIFA αποφάσισε ότι υποψηφιότητες μπορούσαν να καταθέσουν μόνο χώρες της Ασίας και της Ωκεανίας, στο πλαίσιο της γεωγραφικής εναλλαγής των ηπείρων.

Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε σχεδόν αμέσως την πρόθεσή της να διεκδικήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι ενδιαφερόμενες ομοσπονδίες είχαν προθεσμία έως τις 31 Οκτωβρίου 2023 για να εκδηλώσουν επισήμως το ενδιαφέρον τους, ένα ιδιαίτερα περιορισμένο χρονικό διάστημα για την προετοιμασία μιας τόσο απαιτητικής υποψηφιότητας.

Η Αυστραλία αποτέλεσε τη σημαντικότερη δυνητική εναλλακτική. Είχε εξετάσει το ενδεχόμενο διεκδίκησης της διοργάνωσης, έχοντας προηγουμένως συνδιοργανώσει με τη Νέα Ζηλανδία το Παγκόσμιο Κύπελλο Γυναικών του 2023. Παράλληλα, είχαν υπάρξει συζητήσεις για πιθανή κοινή υποψηφιότητα της Αυστραλίας με την Ινδονησία και άλλες χώρες της περιοχής.

Οι διεργασίες αυτές δεν κατέληξαν σε επίσημη ανταγωνιστική πρόταση. Η Ινδονησία επέλεξε να υποστηρίξει τη σαουδαραβική υποψηφιότητα, ενώ στις 31 Οκτωβρίου 2023 η Αυστραλία ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από τη διαδικασία. Έτσι, η Σαουδική Αραβία έμεινε η μοναδική χώρα που είχε υποβάλει επισήμως υποψηφιότητα.

Η τελική ανάθεση πραγματοποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2024, σε έκτακτο συνέδριο της FIFA. Η Σαουδική Αραβία επιλέχθηκε χωρίς ανταγωνιστική ψηφοφορία ανάμεσα σε διαφορετικές υποψηφιότητες, καθώς αποτελούσε τη μοναδική διεκδικήτρια. Η διαδικασία επικρίθηκε έντονα, τόσο για τον περιορισμένο ανταγωνισμό όσο και για τον τρόπο αξιολόγησης των κινδύνων που συνδέονταν με την ανάθεση.

Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Τζιάνι Ινφαντίνο, ο πρόεδρος της FIFA, ο οποίος είχε στηρίξει τη γεωγραφική κατανομή των διοργανώσεων. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2030 είχε ήδη συνδεθεί με την κοινή υποψηφιότητα Ισπανίας, Πορτογαλίας και Μαρόκου, με επετειακούς αγώνες στην Ουρουγουάη, στην Αργεντινή και στην Παραγουάη. Η συγκεκριμένη επιλογή περιόρισε, βάσει των κανόνων της FIFA, τις συνομοσπονδίες που μπορούσαν να διεκδικήσουν τη διοργάνωση του 2034.

Η ανάθεση στη Σαουδική Αραβία προκάλεσε επίσης σοβαρές αντιδράσεις για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο βασίλειο. Διεθνείς οργανώσεις είχαν καταγγείλει ότι η υποψηφιότητα δεν συνοδευόταν από επαρκείς δεσμεύσεις για την προστασία των μεταναστών εργαζομένων, την ελευθερία της έκφρασης, τα δικαιώματα των γυναικών και την αντιμετώπιση των διακρίσεων.

Ιδιαίτερη ανησυχία είχε προκαλέσει το σύστημα εργασιακής εξάρτησης γνωστό ως «καφάλα», το οποίο συνδέει το καθεστώς παραμονής πολλών μεταναστών εργαζομένων με τον εργοδότη τους. Παρά τις εργασιακές μεταρρυθμίσεις που έχουν ανακοινώσει οι σαουδαραβικές αρχές, καταγγελίες για απλήρωτους μισθούς, κατακράτηση εγγράφων, υπερβολικά έξοδα πρόσληψης και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό ζήτημα.

Η κλίμακα των προγραμματισμένων κατασκευών καθιστούσε το πρόβλημα ακόμη μεγαλύτερο. Σύμφωνα με την απογραφή του 2022, στη Σαουδική Αραβία ζούσαν περίπου 13,4 εκατομμύρια αλλοδαποί, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 41,6% του πληθυσμού. Η υλοποίηση των έργων του Μουντιάλ αναμενόταν να απαιτήσει τεράστιο αριθμό εργαζομένων, κυρίως σε κατασκευές, μεταφορές και τουριστικές εγκαταστάσεις.

Ο αρχικός φάκελος της υποψηφιότητας προέβλεπε επίσης περισσότερα από 185.000 νέα δωμάτια φιλοξενίας (ώστε η συνολική δυναμικότητα στις πέντε περιοχές φιλοξενίας να ξεπεράσει τις 230.000 μονάδες), καθώς και σημαντικές επεκτάσεις σε αεροδρόμια, οδικά δίκτυα, σιδηροδρομικές και αστικές μεταφορές. Οι εργασιακές συνθήκες υπό τις οποίες θα υλοποιούνταν αυτά τα έργα είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των επικρίσεων ήδη πριν από την επίσημη ανάθεση.

Στο πολιτικό υπόβαθρο της υπόθεσης δεσπόζει και η δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι. Ο Σαουδάραβας δημοσιογράφος δολοφονήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2018 μέσα στο προξενείο της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή. Αμερικανική έκθεση πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκε το 2021 εκτίμησε ότι ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε εγκρίνει επιχείρηση για τη σύλληψη ή τη δολοφονία του, εκτίμηση την οποία η σαουδαραβική κυβέρνηση απέρριψε.

Η υπόθεση Κασόγκι αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα στη διεθνή εικόνα του πρίγκιπα διαδόχου. Η μετέπειτα μαζική επένδυση της Σαουδικής Αραβίας στον αθλητισμό συνδέθηκε από επικριτές της με την προσπάθεια βελτίωσης της διεθνούς φήμης του βασιλείου, μια πρακτική που περιγράφεται με τον όρο sportswashing.

Το προηγούμενο του Κατάρ το 2022 είχε ήδη αναδείξει τα προβλήματα που μπορούν να δημιουργηθούν όταν η κατασκευή υποδομών για ένα Παγκόσμιο Κύπελλο συνδέεται με καταγγελίες για εκμετάλλευση μεταναστών εργαζομένων. Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, οι απαιτήσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς το 2034 προβλέπεται να συμμετάσχουν 48 εθνικές ομάδες και το βασίλειο έχει αναλάβει μόνο του τη φιλοξενία τους.

…και ο παράγοντας Ινφαντίνο

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εξελίξεις στη διοίκηση της FIFA αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Τζιάνι Ινφαντίνο έχει ανακοινώσει ότι θα διεκδικήσει την επανεκλογή του το 2027, με την προεδρική ψηφοφορία να έχει προγραμματιστεί για τις 18 Μαρτίου στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Η θέση του, ωστόσο, έχει επιβαρυνθεί από τις αντιπαραθέσεις που ακολούθησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι σχέσεις του με τον Ντόναλντ Τραμπ, οι παρεμβάσεις που καταγγέλθηκαν γύρω από τη λειτουργία της FIFA και, κυρίως, ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο εμπορικής αξιοποίησης των μελλοντικών διοργανώσεων.

Το συγκεκριμένο σχέδιο αφορούσε τη δημιουργία της FIFA Forward Enterprise, μιας νέας επιχειρηματικής δομής που θα διαχειριζόταν σημαντικά εμπορικά έσοδα της παγκόσμιας ομοσπονδίας. Στις συζητήσεις περιλαμβανόταν η πώληση μετοχικού ποσοστού σε επενδυτικό σχήμα που συνδεόταν με τον Τζόσουα Κούσνερ, αδελφό του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ.

Η προτεινόμενη συναλλαγή προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από την UEFA και ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε, ενώ ο Ινφαντίνο αναγκάστηκε να απολογηθεί για τους χειρισμούς του σε συνεδρίαση της FIFA τον Οκτώβριο του 2026. Οι αντιδράσεις αφορούσαν τόσο την οικονομική διαχείριση όσο και την απουσία επαρκούς διαβούλευσης με τα αρμόδια όργανα.

Η υπόθεση δημιούργησε νέα ένταση στο εσωτερικό της παγκόσμιας ομοσπονδίας. Παράλληλα, ο Ινφαντίνο εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά ερείσματα σε ομοσπονδίες εκτός Ευρώπης, γεγονός που καθιστά αβέβαιη την έκβαση των εκλογών του 2027. Ενδεχόμενη αλλαγή προεδρίας θα μπορούσε, πάντως, να επηρεάσει και τη στάση της FIFA απέναντι στο Μουντιάλ του 2034. Μια νέα διοίκηση θα είχε τη δυνατότητα να επανεξετάσει την πορεία προετοιμασίας, τις οικονομικές εγγυήσεις, τις δεσμεύσεις για τα γήπεδα και τις απαιτήσεις ασφαλείας, ιδίως εάν οι καθυστερήσεις συνεχιστούν.

Η ανάθεση της διοργάνωσης αποτελεί ήδη επίσημη απόφαση της FIFA και η αλλαγή προέδρου από μόνη της δεν συνεπάγεται ακύρωσή της. Ωστόσο, εφόσον προκύψουν ουσιώδεις αδυναμίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της διοργανώτριας χώρας, η παγκόσμια ομοσπονδία θα μπορούσε να εξετάσει τις επιλογές που προβλέπονται από τις σχετικές συμφωνίες και τους κανονισμούς της.

Το ενδεχόμενο η Σαουδική Αραβία να αποσυρθεί οικειοθελώς ή η FIFA να αποφασίσει αλλαγή διοργανώτριας παραμένει σήμερα υποθετικό. Η συνεχιζόμενη πολεμική κρίση, όμως, σε συνδυασμό με τη μείωση των προγραμματισμένων εγκαταστάσεων, καθιστά αναγκαία τη συζήτηση για τα όρια του αρχικού σχεδίου.

Το χρονικό περιθώριο εξακολουθεί να υπάρχει. Από τον Οκτώβριο του 2026 μέχρι το 2034 απομένουν οκτώ χρόνια, αρκετά για σημαντικές αλλαγές στον κατασκευαστικό σχεδιασμό, αλλά και μια περίοδος κατά την οποία πρέπει να ολοκληρωθούν τεράστιες επενδύσεις με αυστηρά χρονοδιαγράμματα.

Εάν οι καθυστερήσεις παραταθούν μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η FIFA θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο οργανωτικό πρόβλημα. Η εξεύρεση εναλλακτικής διοργανώτριας χώρας, εφόσον καταστεί αναγκαία, θα απαιτούσε νέα αξιολόγηση γηπέδων, υποδομών, οικονομικών εγγυήσεων και διεθνών δεσμεύσεων.

Υεμένη και Χούθι: Αιώνες ανταγωνισμών στην πίσω αυλή της Σαουδικής Αραβίας

Για να κατανοήσει κανείς γιατί οι Χούθι αποτελούν σήμερα μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη Σαουδική Αραβία, πρέπει να ανατρέξει στην ιστορία μιας περιοχής όπου τα σύνορα, οι θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων διαμόρφωσαν ένα εξαιρετικά περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Υεμένη καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό άκρο της Αραβικής Χερσονήσου και βρίσκεται σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διαδρομές του πλανήτη. Το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ανάμεσα στην Υεμένη και στο Κέρας της Αφρικής, συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί τη νότια πύλη της διαδρομής προς τη Διώρυγα του Σουέζ. Από εκεί διέρχονται εμπορικά πλοία, δεξαμενόπλοια και φορτία που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη, γεγονός που εξηγεί γιατί οι εξελίξεις στην Υεμένη επηρεάζουν άμεσα τις διεθνείς μεταφορές, τις ασφαλιστικές δαπάνες και την ελληνόκτητη ναυτιλία.

Η στρατηγική σημασία της περιοχής είχε αναγνωριστεί πολλούς αιώνες πριν από την εμφάνιση των σύγχρονων κρατών. Στην αρχαιότητα, η νοτιοδυτική Αραβία ήταν γνωστή για τα εύφορα ορεινά εδάφη της και τα εμπορικά δίκτυα που συνέδεαν την Αραβική Χερσόνησο με την ανατολική Αφρική και τη Μεσόγειο. Εκεί αναπτύχθηκε το βασίλειο του Σαβά, το οποίο απέκτησε σημαντική οικονομική ισχύ από το εμπόριο αρωματικών ουσιών και άλλων πολύτιμων προϊόντων. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Arabia Felix, δηλαδή «Ευδαίμων Αραβία», για την περιοχή, ενώ αργότερα η Υεμένη έγινε γνωστή και για την παραγωγή καφέ. Η πόλη Μόκα, στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας, έδωσε το όνομά της σε έναν από τους ιστορικότερους εμπορικούς τύπους καφέ.

Η θρησκευτική και πολιτική ιστορία της βόρειας Υεμένης απέκτησε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά από το 897 μ.Χ., όταν εγκαθιδρύθηκε στην περιοχή ζαϊντιτικό ιμαμάτο. Οι ζαϊντί αποτελούν κλάδο του σιιτικού Ισλάμ, με διαφορετική θεολογική και πολιτική παράδοση από εκείνη του δωδεκαϊμαμικού σιιτισμού που κυριαρχεί στο Ιράν. Επί αιώνες, οι ζαϊντιτικές δυναστείες διατηρούσαν ισχυρή παρουσία στα ορεινά του βορρά, στηριζόμενες σε συμμαχίες με τοπικές φυλές και σε ένα σύστημα εξουσίας που συχνά συγκρουόταν με τις δυνάμεις των πεδινών και παράκτιων περιοχών.

Η θέση της Υεμένης την έφερε στο επίκεντρο του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων. Στις αρχές του 16ου αιώνα, οι Πορτογάλοι επιχείρησαν να επεκτείνουν την παρουσία τους στην περιοχή, καθώς αναζητούσαν τον έλεγχο των διαδρομών προς την Ινδία. Το 1513 ο Πορτογάλος ναύαρχος Αφόνσο ντε Αλμπουκέρκε προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει το Άντεν, ένα λιμάνι που ήδη αποτελούσε εμπορικό κόμβο μεγάλης σημασίας. Λίγες δεκαετίες αργότερα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδίωξε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην Υεμένη, αντιμετωπίζοντας όμως διαδοχικές εξεγέρσεις και την αντίσταση των τοπικών φυλών.

Το 1635 οι Οθωμανοί αποχώρησαν από την Υεμένη έπειτα από μακροχρόνιες συγκρούσεις με τις δυνάμεις των ζαϊντιτών ιμάμηδων. Η οθωμανική παρουσία επανήλθε τον 19ο αιώνα, όταν η περιοχή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας των ευρωπαϊκών εμπορικών συμφερόντων. Οι Βρετανοί κατέλαβαν το Άντεν το 1839, μετατρέποντάς το σε στρατηγικό λιμάνι ανεφοδιασμού για τα πλοία που ταξίδευαν προς την Ινδία.

Το άνοιγμα της Διώρυγας του Σουέζ το 1869 αύξησε κατακόρυφα τη γεωπολιτική αξία του Άντεν. Η Βρετανία ενίσχυσε την παρουσία της στη νότια Υεμένη και σύναψε συμφωνίες προστασίας με τοπικά σουλτανάτα, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία επεξέτεινε εκ νέου τον έλεγχό της σε περιοχές του βορρά, συμπεριλαμβανομένης της Σαναά. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά ο ιστορικός διαχωρισμός ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Υεμένη, ο οποίος επρόκειτο να επηρεάσει την πολιτική εξέλιξη της χώρας για περισσότερο από έναν αιώνα.

Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1918, ο ιμάμης Γιαχία εγκαθίδρυσε την κυριαρχία του στη Βόρεια Υεμένη. Την ίδια περίοδο, στην κεντρική Αραβική Χερσόνησο, ο Αμπντουλαζίζ Ιμπν Σαούντ ενοποιούσε διαδοχικά εδάφη, δημιουργώντας το 1932 το σύγχρονο βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Η επέκταση της νέας δύναμης προς τα νοτιοδυτικά οδήγησε σε στρατιωτική σύγκρουση με την Υεμένη το 1934.

Ο πόλεμος ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη της Ταΐφ, στις 20 Μαΐου 1934, η οποία ρύθμισε τις σχέσεις των δύο κρατών και επιβεβαίωσε τη σαουδαραβική κυριαρχία σε περιοχές όπως η Ασίρ, η Τζαζάν και η Νατζράν. Οι συγκεκριμένες επαρχίες βρίσκονται μέχρι σήμερα στη νοτιοδυτική Σαουδική Αραβία, ακριβώς απέναντι από τις περιοχές όπου αναπτύχθηκε αργότερα το κίνημα των Χούθι. Η ιστορική αυτή γειτνίαση εξηγεί γιατί η ασφάλεια των νοτίων συνόρων αποτελεί διαχρονική προτεραιότητα για το Ριάντ και γιατί οι εξελίξεις στη βόρεια Υεμένη αντιμετωπίζονται από τη σαουδαραβική ηγεσία ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Από την ένωση του 1990 στον πόλεμο με τους Χούθι και την επέμβαση του Ριάντ

Η σύγχρονη ιστορία της Υεμένης χαρακτηρίζεται από διαδοχικές συγκρούσεις, πολιτικές ανατροπές και αποτυχημένες προσπάθειες σταθεροποίησης. Στη Βόρεια Υεμένη, η ανατροπή της μοναρχίας το 1962 προκάλεσε οκταετή εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους δημοκρατικούς και τους βασιλόφρονες, με την Αίγυπτο να υποστηρίζει τους πρώτους και τη Σαουδική Αραβία τους δεύτερους. Στον νότο, οι Βρετανοί αποχώρησαν το 1967, έπειτα από πολυετή αντιαποικιακό αγώνα, και το νέο κράτος εξελίχθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Υεμένης, με μαρξιστικό προσανατολισμό και στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση.

Οι δύο Υεμένες ακολούθησαν διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά συστήματα, ενώ συγκρούστηκαν στρατιωτικά το 1972 και το 1979. Η αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού καθεστώτος στον νότο, ιδιαίτερα μετά τον αιματηρό εσωτερικό εμφύλιο του 1986, και οι αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον επιτάχυναν τις διαδικασίες ενοποίησης. Στις 22 Μαΐου 1990 δημιουργήθηκε η ενιαία Δημοκρατία της Υεμένης, με πρόεδρο τον Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ, μέχρι τότε ηγέτη της Βόρειας Υεμένης, και αντιπρόεδρο τον Αλί Σαλίμ αλ Μπέιντ, ηγέτη του νότου.

Η ένωση, ωστόσο, συνοδεύτηκε από σοβαρές πολιτικές και οικονομικές αντιθέσεις. Η κυριαρχία των βόρειων πολιτικών και στρατιωτικών δικτύων προκάλεσε δυσαρέσκεια στον νότο, οδηγώντας σε νέα εμφύλια σύγκρουση το 1994 και στην αποτυχημένη προσπάθεια απόσχισης των νότιων επαρχιών. Παράλληλα, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάπτυξη ισλαμιστικών εξτρεμιστικών οργανώσεων, με χαρακτηριστικότερη την επίθεση της Αλ Κάιντα στο αμερικανικό πολεμικό πλοίο «Κόουλ», στο λιμάνι του Άντεν, τον Οκτώβριο του 2000, κατά την οποία σκοτώθηκαν 17 Αμερικανοί ναύτες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε το κίνημα που αργότερα έγινε διεθνώς γνωστό ως Χούθι. Οι ρίζες του βρίσκονται στη ζαϊντιτική κοινότητα της βόρειας Υεμένης και ειδικότερα στο κίνημα θρησκευτικής και πολιτιστικής αναβίωσης που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1990. Οι υποστηρικτές του κατηγορούσαν την κυβέρνηση Σάλεχ για πολιτική περιθωριοποίηση των ζαϊντιτικών περιοχών, διαφθορά και υπερβολική εξάρτηση από τη Σαουδική Αραβία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 2004 ξέσπασε η πρώτη μεγάλη ένοπλη εξέγερση υπό τον Χουσεΐν Μπαντρεντίν αλ Χούθι, από τον οποίο πήρε το όνομά του το κίνημα. Ο ίδιος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, αλλά η οργάνωση συνέχισε τη δράση της υπό την ηγεσία του αδελφού του, Αμπντούλ Μαλίκ αλ Χούθι. Ακολούθησαν έξι διαδοχικοί γύροι πολεμικών συγκρούσεων με την κυβέρνηση της Υεμένης, μέχρι το 2010, με τη Σαουδική Αραβία να εμπλέκεται στρατιωτικά στις συνοριακές επιχειρήσεις του 2009.

Η Αραβική Άνοιξη του 2011 προκάλεσε την κατάρρευση της πολιτικής ισχύος του Σάλεχ, ο οποίος αποχώρησε από την προεδρία το 2012, έπειτα από περισσότερες από τρεις δεκαετίες στην εξουσία. Τον διαδέχθηκε ο Αμπντ Ραμπού Μανσούρ Χάντι, αλλά η πολιτική μετάβαση απέτυχε να αντιμετωπίσει τις βαθιές αντιθέσεις της χώρας. Οι Χούθι εκμεταλλεύτηκαν το κενό εξουσίας και τον Σεπτέμβριο του 2014 κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά, ενώ στη συνέχεια επέκτειναν τον έλεγχό τους σε μεγάλο μέρος της βόρειας και δυτικής Υεμένης.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Σαουδικής Αραβίας. Τον Μάρτιο του 2015, το Ριάντ ηγήθηκε στρατιωτικού συνασπισμού αραβικών κρατών, με σημαντική συμμετοχή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, επιχειρώντας να ανατρέψει την προέλαση των Χούθι και να αποκαταστήσει την κυβέρνηση Χάντι. Η επιχείρηση ξεκίνησε με αεροπορικούς βομβαρδισμούς και εξελίχθηκε σε μια πολυετή στρατιωτική εμπλοκή, με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.

Η στρατιωτική επέμβαση συνδέθηκε άμεσα με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος είχε αναλάβει υπουργός Άμυνας τον Ιανουάριο του 2015. Ο νεαρός τότε πρίγκιπας αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της απόφασης για την έναρξη της επιχείρησης, η οποία είχε παρουσιαστεί ως προσπάθεια ταχείας αποκατάστασης της πολιτικής τάξης στην Υεμένη. Έντεκα χρόνια αργότερα, οι Χούθι εξακολουθούν να ελέγχουν τη Σαναά και σημαντικό τμήμα της βόρειας χώρας, ενώ η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις.

Το Ιράν απέκτησε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου, ενισχύοντας τους Χούθι με οπλικά συστήματα, τεχνογνωσία και στρατιωτική υποστήριξη. Η οργάνωση ανέπτυξε δυνατότητες χρήσης βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, με τα οποία πραγματοποίησε επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων. Η σχέση της με την Τεχεράνη ενισχύθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, παρότι οι Χούθι διατηρούν δική τους πολιτική ηγεσία, στρατιωτική οργάνωση και τοπική κοινωνική βάση.

Οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών υποδομών ανέδειξαν τις δυνατότητες των ανταρτών να προκαλούν δυσανάλογα μεγάλο οικονομικό κόστος. Τον Σεπτέμβριο του 2019, η επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις Αμπκάικ και Χουράις της Saudi Aramco προκάλεσε προσωρινή απώλεια παραγωγής περίπου 5,7 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχούσε τότε σε περίπου 5% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία απέδωσαν την επίθεση στο Ιράν, το οποίο αρνήθηκε την εμπλοκή του.

Η συγκεκριμένη επίθεση κατέδειξε την ευπάθεια κρίσιμων ενεργειακών υποδομών ακόμη και σε μια χώρα με τεράστιες αμυντικές δαπάνες. Για το Ριάντ, η προστασία των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, των λιμανιών, των αεροδρομίων και των μεγάλων αστικών κέντρων αποτελεί ζήτημα άμεσης οικονομικής σημασίας. Η ίδια ανάγκη ασφάλειας επηρεάζει πλέον και τις νέες επενδύσεις του Vision 2030, ιδιαίτερα εκείνες που σχεδιάζονται κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα.

Στο μεταξύ, ο πόλεμος προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από τις άμεσες και έμμεσες συνέπειες της σύγκρουσης, ενώ εκατομμύρια κάτοικοι της Υεμένης εξαρτώνται από ανθρωπιστική βοήθεια. Η καταστροφή υποδομών υγείας, ύδρευσης και μεταφορών, οι επιδημίες χολέρας, η επισιτιστική ανασφάλεια και οι μαζικοί εκτοπισμοί έχουν επιβαρύνει μια χώρα που αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα πριν από το 2014.

Η σύγκρουση περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη δράση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τα οποία υποστήριξαν ένοπλες δυνάμεις στον νότο, μεταξύ των οποίων και το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο. Η οργάνωση αυτή επιδιώκει την αποκατάσταση ανεξάρτητου κράτους στη Νότια Υεμένη, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες αντιθέσεις με τις δυνάμεις που υποστηρίζουν την ενότητα της χώρας. Έτσι, η Υεμένη παραμένει κατακερματισμένη ανάμεσα στους Χούθι, στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση και σε διαφορετικά πολιτικοστρατιωτικά κέντρα εξουσίας.

Η εκεχειρία που τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο του 2022 περιόρισε σημαντικά τις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά δεν οδήγησε σε συνολική ειρηνευτική συμφωνία. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και στους Χούθι δημιούργησαν κατά περιόδους προσδοκίες αποκλιμάκωσης, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Ριάντ και Τεχεράνης το 2023. Ωστόσο, οι βαθιές πολιτικές διαφορές και ο κατακερματισμός της εξουσίας στην Υεμένη παρέμειναν άλυτα προβλήματα.

Από τα τέλη του 2023, οι επιθέσεις των Χούθι εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα προσέδωσαν νέα διεθνή διάσταση στη σύγκρουση. Οι αντάρτες συνέδεσαν τη δράση τους με τον πόλεμο στη Γάζα, ενώ οι επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη προκάλεσαν σοβαρές διαταραχές στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες αναγκάστηκαν να ανακατευθύνουν πλοία γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, αυξάνοντας τη διάρκεια των ταξιδιών, την κατανάλωση καυσίμων και το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων.

Η επίδραση υπήρξε σημαντική και για την ελληνική ναυτιλία, καθώς ελληνόκτητα πλοία βρέθηκαν μεταξύ των στόχων επιθέσεων. Η Ελλάδα συμμετείχε στις διεθνείς προσπάθειες προστασίας της ναυσιπλοΐας, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργοποίησε τον Φεβρουάριο του 2024 την επιχείρηση «Ασπίδες» για την προστασία εμπορικών πλοίων στην περιοχή. Η ασφάλεια του Μπαμπ ελ Μαντέμπ απέκτησε έτσι άμεση σημασία για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας.

Η νέα πολεμική κλιμάκωση του 2026 επαναφέρει όλες αυτές τις απειλές στο προσκήνιο, αυτή τη φορά σε μια περίοδο κατά την οποία η Σαουδική Αραβία έχει αναλάβει τεράστιες διεθνείς δεσμεύσεις. Το βασίλειο προετοιμάζεται για την Expo 2030 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2034, ενώ παράλληλα επιχειρεί να αναπτύξει τη NEOM, νέους τουριστικούς προορισμούς στην Ερυθρά Θάλασσα και μεγάλα έργα μεταφορών και αστικής ανάπτυξης. Οι στρατιωτικές απειλές και οι αβεβαιότητες στην περιοχή επηρεάζουν πλέον άμεσα τη χρηματοδότηση, την ασφάλεια και τα χρονοδιαγράμματα αυτών των επενδύσεων.

Μουντιάλ 2034: Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τη Σαουδική Αραβία και τη FIFA

Η ιστορία της Υεμένης, οι συγκρούσεις με τους Χούθι και ο ανταγωνισμός με το Ιράν αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει σήμερα ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Η Σαουδική Αραβία επιχείρησε να μετατρέψει τον αθλητισμό σε βασικό εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και διεθνούς επιρροής, επενδύοντας τεράστια ποσά σε γήπεδα, ποδοσφαιρικούς συλλόγους, διοργανώσεις και νέες υποδομές. Το Μουντιάλ του 2034 αποτέλεσε την κορυφαία έκφραση αυτής της στρατηγικής, όμως η πολεμική κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τις γεωπολιτικές αδυναμίες της περιοχής.

Η σχεδιαζόμενη εγκατάλειψη πέντε νέων γηπέδων, η αναστολή του εμβληματικού σταδίου της NEOM και η αναθεώρηση επενδύσεων δισεκατομμυρίων συνιστούν σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τις αρχικές δεσμεύσεις του βασιλείου. Παράλληλα, η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας και προστασίας κρίσιμων υποδομών δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις σε μια οικονομία που καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα το Vision 2030, την Expo 2030 και το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Η κατάσταση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα και για τη FIFA. Η παγκόσμια ομοσπονδία ανέθεσε τη διοργάνωση στη Σαουδική Αραβία χωρίς ανταγωνιστική υποψηφιότητα, παρά τις αντιδράσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις εργασιακές συνθήκες. Τώρα καλείται να παρακολουθήσει μια προετοιμασία που αποκλίνει από τον αρχικό φάκελο, σε μια χώρα όπου η ασφάλεια, οι χρηματοδοτήσεις και τα κατασκευαστικά χρονοδιαγράμματα επηρεάζονται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Το ενδεχόμενο αλλαγής διοργανώτριας παραμένει υποθετικό, αλλά οι περικοπές και οι καθυστερήσεις αυξάνουν τη σημασία των επόμενων αποφάσεων. Ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας στη FIFA το 2027 θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερη επανεξέταση των δεσμεύσεων της Σαουδικής Αραβίας, ιδιαίτερα εάν οι αναθεωρήσεις των έργων συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια.

Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, το διακύβευμα ξεπερνά πλέον τη διοργάνωση ενός ποδοσφαιρικού τουρνουά. Το Μουντιάλ του 2034 είχε σχεδιαστεί ως η διεθνής επιβεβαίωση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος του βασιλείου. Οκτώ χρόνια πριν από την προγραμματισμένη έναρξή του, η Σαουδική Αραβία καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο σε μια περιοχή όπου οι ιστορικές συγκρούσεις εξακολουθούν να καθορίζουν τις οικονομικές προτεραιότητες και τις προοπτικές ανάπτυξης.

Η επόμενη οκταετία θα κρίνει εάν το όραμα δισεκατομμυρίων του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θα υλοποιηθεί με σημαντικές περικοπές ή εάν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη αναθεώρηση. Για τη FIFA, η πρόκληση είναι να διασφαλίσει ότι η διοργάνωση θα πραγματοποιηθεί με τις απαιτούμενες εγγυήσεις ασφάλειας, υποδομών και χρηματοδότησης.

Για τη Σαουδική Αραβία, η μεγαλύτερη δοκιμασία είναι ήδη σε εξέλιξη. Και το κρίσιμο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια είναι πόσο από το αρχικό σχέδιο των δισεκατομμυρίων θα μπορέσει τελικά να υλοποιηθεί.