Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Στην τελική ευθεία μπαίνει η ανάπλαση της ΔΕΘ-HELEXPO στη Θεσσαλονίκη, μετά την ολοκλήρωση της υποβολής και αποσφράγισης των προσφορών για το έργο συνολικού προϋπολογισμού 204,6 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.

Με τον όμιλο AKTOR να έχει εξασφαλίσει προβάδισμα στην οικονομική κατάταξη, καταθέτοντας την υψηλότερη έκπτωση, ύψους 31%, όπως αποκάλυψε χθες πρώτο το mononews, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στα επόμενα στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας, από την εξέλιξη των οποίων θα εξαρτηθούν τόσο ο χρόνος ανάθεσης της σύμβασης όσο και η έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών.

1

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης των προσφορών αποτελεί το αμέσως επόμενο κρίσιμο ορόσημο, καθώς θα ανοίξει τον δρόμο για την επίσημη ανάδειξη του προσωρινού αναδόχου. Παρότι ο AKTOR βρίσκεται στην πρώτη θέση της οικονομικής κατάταξης, η ανάθεση του έργου προϋποθέτει την ολοκλήρωση των ελέγχων που προβλέπονται από τη διακήρυξη και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

Μετά την ανάδειξη του προσωρινού αναδόχου θα ακολουθήσει η διαδικασία υποβολής και ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάληψη της σύμβασης. Στη συνέχεια, η αναθέτουσα αρχή θα προχωρήσει στις προβλεπόμενες ενέργειες για την οριστικοποίηση της κατακύρωσης, ενώ θα πρέπει να ολοκληρωθεί και ο απαιτούμενος προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, πριν από την υπογραφή της σύμβασης.

Πρόκειται για διαδοχικά στάδια που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της ανάπλασης της ΔΕΘ, δεδομένου του μεγέθους, του προϋπολογισμού και της πολυπλοκότητας του έργου. Η εξέλιξή τους θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πότε θα μπορέσει να εγκατασταθεί ο ανάδοχος στο εργοτάξιο και να ξεκινήσει η κατασκευαστική φάση.

Με βάση τον υφιστάμενο προγραμματισμό, η ανάπτυξη των εργοταξίων τοποθετείται εντός του 2027, ενώ ως χρονικός ορίζοντας ολοκλήρωσης της συνολικής ανάπλασης έχει τεθεί το τέλος του 2030. Το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα προϋποθέτει την ομαλή ολοκλήρωση της διαγωνιστικής διαδικασίας, χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις από ενδεχόμενες προσφυγές ή άλλες διοικητικές εκκρεμότητες.

Η έναρξη των εργασιών θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση από τον πολυετή σχεδιασμό στην υλοποίηση μιας εκτεταμένης αστικής παρέμβασης, η οποία θα αλλάξει τη σημερινή εικόνα του εκθεσιακού κέντρου και ενός σημαντικού τμήματος του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Το έργο προβλέπει την κατασκευή δύο νέων εκθεσιακών κτιρίων, Hall 1 και Hall 2, την ανακαίνιση του Συνεδριακού Κέντρου «Ι. Βελλίδης», τη δημιουργία υπόγειων χώρων στάθμευσης 1.064 θέσεων και τη διαμόρφωση έκτασης 120 στρεμμάτων με χαρακτηριστικά Μητροπολιτικού Πάρκου.

Η υλοποίηση ενός τόσο σύνθετου έργου απαιτεί τον συντονισμό των επιμέρους κατασκευαστικών παρεμβάσεων, καθώς και τον κατάλληλο προγραμματισμό για τη μετάβαση από τις υφιστάμενες στις νέες εκθεσιακές υποδομές. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η οργάνωση των εργασιών, ώστε να περιοριστούν, στον βαθμό που είναι εφικτό, οι επιπτώσεις στη λειτουργία της ΔΕΘ-HELEXPO και στις δραστηριότητες που φιλοξενούνται στον χώρο.

Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, η ανάπλαση έχει εξασφαλίσει δημόσιους πόρους ύψους 204,6 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, μέσω του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030. Το έργο έχει ενταχθεί στο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας, με τη Μονάδα Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας (PPF) του Υπερταμείου να έχει αναλάβει την ωρίμανση και τη διενέργεια του διεθνούς διαγωνισμού.

Η επιλογή της δημόσιας χρηματοδότησης και της μεθόδου της μελετοκατασκευής αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του σχεδιασμού, καθώς η σύμβαση θα περιλαμβάνει τόσο την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών όσο και την κατασκευή των νέων υποδομών. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η ενιαία υλοποίηση των επιμέρους παρεμβάσεων, υπό την ευθύνη του αναδόχου που θα προκύψει από τον διαγωνισμό.

Πέρα από το κατασκευαστικό σκέλος, η ανάπλαση της ΔΕΘ αποτελεί έργο στρατηγικής σημασίας για τη Θεσσαλονίκη, καθώς συνδέεται με την αναβάθμιση της εκθεσιακής και συνεδριακής δραστηριότητας της πόλης, αλλά και με τη δημιουργία νέων δημόσιων χώρων πρασίνου και αναψυχής. Η συνολική επιφάνεια επέμβασης ανέρχεται σε περίπου 176 στρέμματα, με τον σχεδιασμό να φιλοδοξεί να μετατρέψει τη σημερινή έκταση σε έναν σύγχρονο, περισσότερο προσβάσιμο αστικό πόλο.

Διαβάστε επίσης: