Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Οι πολύνεκρες επιθέσεις των Χούθι στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο του Ριάντ το Σαββατοκύριακο ανέδειξαν την ικανότητα της οργάνωσης της Υεμένης να πλήττει την καρδιά της σαουδαραβικής ισχύος, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η επίθεση του Σαββάτου προκάλεσε τον θάνατο 12 ανθρώπων και τον τραυματισμό 309, ενώ νέο πλήγμα την Κυριακή είχε ως αποτέλεσμα έναν νεκρό και 11 τραυματίες.

1

Οι Χούθι ανέλαβαν αμέσως την ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι οι επιθέσεις αποτελούσαν απάντηση στη «σαουδαραβική επιθετικότητα», συμπεριλαμβανομένου πλήγματος στο αεροδρόμιο της Σαναά, της πρωτεύουσας της Υεμένης.

Σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη υποστηρίζουν ήδη την αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων της Υεμένης, μετά την κατάληψη από τους Χούθι εδαφών κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ένα στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, από το οποίο διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.

Οι Χούθι ανοίγουν νέο μέτωπο στη σύγκρουση της Μέσης Ανατολής

Οι Χούθι είχαν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο των συγκρούσεων μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο.

Ωστόσο, η τελευταία κλιμάκωση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η οργάνωση, που αποτελεί μέρος του λεγόμενου «άξονα αντίστασης» του Ιράν, έχει εξελιχθεί σε μια σχετικά αυτόνομη στρατιωτική δύναμη.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι Χούθι διαθέτουν πλέον δική τους εξελιγμένη αλυσίδα εφοδιασμού οπλικών συστημάτων και την ικανότητα να πραγματοποιούν επιχειρήσεις ή να κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους με δική τους πρωτοβουλία, ορισμένες φορές σε συντονισμό με την Τεχεράνη.

Παρά τις επιθέσεις στο αεροδρόμιο του Ριάντ και τα νέα πλήγματα σε δεξαμενόπλοια κοντά στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν τη Δευτέρα.

Οι επενδυτές αξιολόγησαν παράλληλα τον ισχυρισμό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί «ενεργειακής εκεχειρίας» μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με το Brent να υποχωρεί κάτω από τα 104 δολάρια το βαρέλι, έπειτα από δύο συνεχόμενες συνεδριάσεις ανόδου.

Σε δύσκολη θέση ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν

Οι επιθέσεις ασκούν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στον de facto ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, να κλιμακώσει έναν πόλεμο από τον οποίο το βασίλειο προσπαθεί εδώ και χρόνια να απεμπλακεί.

Το πρόβλημα για το Ριάντ είναι ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν αντίπαλο που θεωρείται πλέον στρατιωτικά πιο ικανός από ό,τι στο παρελθόν.

Παράλληλα, η κρίση δημιουργεί δύσκολες επιλογές για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για τους νέους αμυντικούς εταίρους της Σαουδικής Αραβίας, την Τουρκία και το Πακιστάν, σχετικά με το εύρος της υποστήριξης που θα μπορούσαν να προσφέρουν.

«Κλιμακώνοντας τις επιθέσεις τους, προσπαθούν να πιέσουν τη Σαουδική Αραβία να υποχωρήσει και να σταματήσει την αεροπορική εκστρατεία της», δήλωσε ο Άχμεντ Νάγκι, ανώτερος αναλυτής για την Υεμένη στο International Crisis Group.

Όπως πρόσθεσε, το Ριάντ αντιμετωπίζει τα πλήγματα ως σοβαρή κλιμάκωση, ιδιαίτερα λόγω του πρωτοφανούς χαρακτήρα τους, και είναι πιθανό να απαντήσει με εντονότερη στρατιωτική πίεση.

Τραμπ: «Ενδέχεται» να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ σε επιθέσεις

Μεταξύ των ανθρώπων που σκοτώθηκαν το Σάββατο ήταν και ένας Αμερικανός πολίτης, γεγονός που εντείνει την πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ να αναλάβει δράση.

Ερωτηθείς το Σάββατο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συμμετάσχουν σε πλήγματα εναντίον των Χούθι, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε:

«Ενδέχεται. Θα το εξετάσουμε».

Σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Άσερ, πρώην ανώτερο αναλυτή της CIA για τη Μέση Ανατολή, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει άμεσες αμερικανικές επιθέσεις εναντίον των Χούθι, ενίσχυση της αντιαεροπορικής της άμυνας, μεγαλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και πολιτική κάλυψη για την εντατικοποίηση των επιχειρήσεων στην Υεμένη.

Ο συνασπισμός υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας απέδωσε στους Χούθι την ευθύνη για την επίθεση του Σαββάτου, χαρακτηρίζοντάς την «ολοκληρωμένο έγκλημα πολέμου».

Ένας πόλεμος που ξεκίνησε το 2015 και δεν έχει τελειώσει

Η Σαουδική Αραβία ηγήθηκε το 2015 στρατιωτικού συνασπισμού που επενέβη στην Υεμένη με στόχο την αποκατάσταση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Ακολούθησαν χρόνια βομβαρδισμών εναντίον των Χούθι, χωρίς όμως ο συνασπισμός να καταφέρει να τους εκτοπίσει από τις περιοχές που έλεγχαν.

Η εκεχειρία που επιτεύχθηκε το 2022 με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ περιόρισε σημαντικά τις εχθροπραξίες και πρόσφερε στο Ριάντ τη δυνατότητα να αρχίσει να περιορίζει τη στρατιωτική εμπλοκή του.

Στο μεταξύ, ωστόσο, οι στρατιωτικές δυνατότητες και η επιχειρησιακή εμβέλεια των Χούθι συνέχισαν να αυξάνονται.

Την Κυριακή, ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν, συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Ιρανό ομόλογό του, Αμπάς Αραγτσί, για την πρόσφατη κλιμάκωση στην περιοχή, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Σαουδικής Αραβίας.

Δισεκατομμύρια στην άμυνα, αλλά το αεροδρόμιο του Ριάντ παραμένει ευάλωτο

Η Σαουδική Αραβία έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία ενός από τους πιο εξελιγμένους στρατούς της Μέσης Ανατολής.

Το οπλοστάσιό της περιλαμβάνει αμερικανικά μαχητικά F-15 και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας Patriot, των οποίων οι πύραυλοι αναχαίτισης μπορεί να κοστίζουν έως και 5 εκατ. δολάρια ο καθένας.

Παρά τις επενδύσεις αυτές, οι επανειλημμένες επιθέσεις έχουν οδηγήσει στο κλείσιμο του διεθνούς αεροδρομίου της πρωτεύουσας, στην καθήλωση εκατοντάδων πτήσεων και στη μεταφορά της σχολικής εκπαίδευσης σε διαδικτυακή μορφή.

Οι επιθέσεις ενδέχεται, πάντως, να αποτελούν και ένδειξη της πίεσης που δέχονται οι ίδιοι οι Χούθι στην Υεμένη.

Τον προηγούμενο μήνα, η οργάνωση κατέλαβε το λιμάνι Μόχα στην Ερυθρά Θάλασσα και εδάφη κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Στη συνέχεια, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης εξαπέλυσαν αντεπίθεση με την υποστήριξη σαουδαραβικών πολεμικών αεροσκαφών.

Ο συνασπισμός υποστηρίζει ότι έχει ανακαταλάβει τη Μόχα και καταστρέψει δεκάδες στρατιωτικούς στόχους των Χούθι.

«Οι Χούθι αισθάνονται τις επιπτώσεις των σαουδαραβικών αεροπορικών επιδρομών που πραγματοποιήθηκαν τις τελευταίες ημέρες στις περιοχές που ελέγχουν», ανέφερε ο Άχμεντ Νάγκι.

Σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν χάσει σημαντικό αριθμό μαχητών, ενώ έχουν πληγεί στρατηγικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων εργαστήρια κατασκευής drones, αποθήκες όπλων και πύργοι τηλεπικοινωνιών.

Το οπλοστάσιο των Χούθι και οι δυσκολίες αντιμετώπισής τους

Παρά τις απώλειες, οι Χούθι εξακολουθούν να διαθέτουν βαλλιστικούς πυραύλους ιρανικού σχεδιασμού, ικανούς να φτάσουν έως το Ριάντ, καθώς και χαμηλού κόστους επιθετικά drones που μπορούν να συναρμολογούνται τοπικά.

Η οργάνωση έχει επιβιώσει από πολυετείς σαουδαραβικές και αμερικανικές εκστρατείες βομβαρδισμών, ενώ τα τελευταία πλήγματα αναδεικνύουν τη δυσκολία αποτροπής νέων επιθέσεων στο σαουδαραβικό έδαφος.

«Φαίνεται ότι διαθέτουν αρκετά φθηνά drones και πυραύλους, καθώς και την τεχνογνωσία για να πραγματοποιούν επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον μη στρατιωτικών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες αποτελούν ευάλωτους στόχους», δήλωσε η Στέισι Πέτιτζον, ανώτερη ερευνήτρια του Center for a New American Security και πρώην στέλεχος στρατηγικού σχεδιασμού του Πενταγώνου.

Η ίδια εκτίμησε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο για τη Σαουδική Αραβία να σταματήσει τις επιθέσεις, εφόσον δεν το κατάφεραν ούτε οι ΗΠΑ, εκτός αν υπάρξει χερσαία επέμβαση ή θεαματική ενίσχυση των δυνατοτήτων των δυνάμεων της Υεμένης που υποστηρίζει το Ριάντ.

Όπως εξήγησε, η καταστολή τέτοιων επιθέσεων απαιτεί συνεχείς αεροπορικές περιπολίες για τον εντοπισμό των μέσων εκτόξευσης, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο.

Εκτίμησε επίσης ότι οι Χούθι αξιοποίησαν το διάστημα μετά την εκεχειρία με τις ΗΠΑ για να ανασυγκροτήσουν το οπλοστάσιό τους.

Περιορισμένη αμερικανική βοήθεια – Στήριξη από Γαλλία και Βρετανία

Οι επιθέσεις φέρνουν σε δύσκολη θέση και τους συμμάχους της Σαουδικής Αραβίας, με πρώτη την Ουάσιγκτον.

Οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει εκτεταμένα πλήγματα εναντίον των Χούθι την προηγούμενη χρονιά, προτού συμφωνήσουν σε εκεχειρία.

Ο Τραμπ επιδιώκει να αποφύγει περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Μέχρι στιγμής, η αμερικανική υποστήριξη στη σαουδαραβική επιχείρηση περιορίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών.

Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, το Ριάντ εμφανίζεται ολοένα πιο δυσαρεστημένο από το περιορισμένο επίπεδο βοήθειας που λαμβάνει από τους δυτικούς συμμάχους του.

Η Βρετανία έχει διαθέσει αεροσκάφος εναέριου ανεφοδιασμού, ωστόσο πρόσθετα σαουδαραβικά αιτήματα για αμυντική υποστήριξη, τα οποία υποβλήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, δεν έχουν ακόμη εγκριθεί.

Η Γαλλία, από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι θα αποστείλει αμυντικό στρατιωτικό εξοπλισμό στο σαουδαραβικό λιμάνι Γιανμπού, στην Ερυθρά Θάλασσα.

Δοκιμασία για Τουρκία και Πακιστάν

Η κλιμάκωση αποτελεί επίσης δοκιμασία για την Τουρκία και το Πακιστάν, που υπέγραψαν τον Αύγουστο αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, γνωστή ως Mecca Defense Alliance.

Και οι δύο χώρες έχουν δηλώσει πρόθυμες να αποστείλουν στρατεύματα ή οπλικά συστήματα για να συμβάλουν στην άμυνα του βασιλείου.

Ωστόσο, η Τουρκία έχει αποκλείσει τη συμμετοχή της σε επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι.

Η στάση των συγκεκριμένων χωρών αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Σαουδική Αραβία εξετάζει τις επιλογές της για την αντιμετώπιση των επιθέσεων, χωρίς να επιστρέψει σε έναν παρατεταμένο πόλεμο στην Υεμένη.

Πλήγμα στην εικόνα του Ριάντ ως διεθνούς επενδυτικού κέντρου

Η νέα κρίση εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για τη Σαουδική Αραβία.

Το βασίλειο ετοιμάζεται να φιλοξενήσει σειρά μεγάλων διεθνών διοργανώσεων, μέσω των οποίων επιδιώκει να προβληθεί ως ένας από τους πιο ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς παγκοσμίως.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το Future Investment Initiative, που συχνά αποκαλείται «Νταβός της Ερήμου» και προσελκύει κορυφαία στελέχη της Wall Street, όπως τον Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs και τον Λάρι Φινκ της BlackRock.

Ωστόσο, οι επιθέσεις έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν την επιχειρηματική δραστηριότητα στην πρωτεύουσα.

Ανώτατα στελέχη μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, μεταξύ των οποίων η BP και η Shell, απέσυραν τη συμμετοχή τους από το World Petroleum Congress, το οποίο ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει την Κυριακή.

Παράλληλα, η οικονομική συνοικία του Ριάντ, όπου στεγάζονται το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας, μεγάλες ξένες τράπεζες και συμβουλευτικές εταιρείες, πέρασε σε καθεστώς τηλεργασίας.

Ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις από Βρετανία, ΗΠΑ και Αυστραλία

Η επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας έχει οδηγήσει και σε νέες ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις.

Την Κυριακή, η βρετανική κυβέρνηση συνέστησε στους πολίτες της να αποφεύγουν κάθε μη απολύτως αναγκαίο ταξίδι προς την Τζέντα και το Νταμάμ, καθώς και προς όλα τα αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας, με εξαίρεση εκείνο της Μεδίνας.

Παράλληλα, κάλεσε τους Βρετανούς πολίτες να εξετάσουν το ενδεχόμενο αναχώρησης από τη χώρα οδικώς, μέσω γειτονικών κρατών.

Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (FAA) εξέδωσε την Κυριακή προειδοποίηση προς όλες τις αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή όταν πετούν προς ή πάνω από συγκεκριμένες περιοχές της Σαουδικής Αραβίας, ανεξαρτήτως ύψους πτήσης.

Τη Δευτέρα, η Αυστραλία αναβάθμισε την ταξιδιωτική προειδοποίηση για το κύριο αεροδρόμιο του Ριάντ στην κατηγορία «Μην ταξιδεύετε», ενώ συνέστησε στους πολίτες της να επανεξετάσουν την αναγκαιότητα οποιουδήποτε ταξιδιού στη Σαουδική Αραβία.

Vision 2030: Η κλιμάκωση προσθέτει πιέσεις στην οικονομία

Οι επιθέσεις σημειώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η μεγαλύτερη οικονομία της Μέσης Ανατολής αντιμετωπίζει αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις.

Η Σαουδική Αραβία έχει πραγματοποιήσει εκτεταμένες δαπάνες τα τελευταία χρόνια για την υλοποίηση του προγράμματος οικονομικού μετασχηματισμού Vision 2030, που αποτελεί κεντρική πρωτοβουλία του πρίγκιπα διαδόχου.

Αυτόν τον μήνα, η κυβέρνηση αύξησε την πρόβλεψή της για το δημοσιονομικό έλλειμμα και ανακοίνωσε ότι η οικονομία πιθανότατα θα συρρικνωθεί κατά 3,6% φέτος.

Η εξέλιξη καθιστά ακόμη πιο σημαντική την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και τη διασφάλιση χρηματοδότησης.

«Τα τελευταία γεγονότα μπορεί να προκαλέσουν αναστάτωση στις ξένες επενδύσεις, αλλά οι επενδυτές και οι εταίροι δεν θα αποχωρήσουν. Θα παρακολουθούν τις εξελίξεις και θα περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να εισέλθουν», δήλωσε ο Σαΐντ Ελ Σαάντι, διευθύνων σύμβουλος της Access KSA, εταιρείας παροχής διεθνών επιχειρηματικών συμβουλών με έδρα τη Σαουδική Αραβία.

Παρά τις οικονομικές επιπτώσεις, η σαουδαραβική ηγεσία ενδέχεται να θεωρήσει ότι δεν διαθέτει άλλη επιλογή από την περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, εφόσον επιδιώκει να σταματήσει τις επιθέσεις και να αποκαταστήσει την ασφάλεια.

«Οι Χούθι ήταν πάντοτε επιθετικοί και πρόθυμοι να αναλαμβάνουν κινδύνους», δήλωσε η Νάντουα Αλ Νταουσάρι, συνεργαζόμενη ερευνήτρια του Middle East Institute.

«Υποχωρούν μόνο όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αξιόπιστη απειλή και, μέχρι στιγμής, δεν έχουν αντιμετωπίσει κάποια τέτοια», πρόσθεσε.