Το δύσκολο στοίχημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το CSA2 σε δίκτυα, επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα
Η Ευρώπη επιχειρεί να θωρακίσει τις ψηφιακές της υποδομές σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνοασφάλεια έχει πάψει να είναι ένα τεχνικό ζήτημα και έχει μετατραπεί σε βασική προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης. Η νέα πρόταση για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού Cybersecurity Act, γνωστή ως CSA2, κινείται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση: περισσότερη ασφάλεια, κοινοί κανόνες και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην ενιαία αγορά.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι με ποιο κόστος. Για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, το CSA2 μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο καθοριστικούς ρυθμιστικούς παράγοντες της επόμενης περιόδου. Δεν αφορά μόνο πιστοποιήσεις ή διαδικασίες συμμόρφωσης. Επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι πάροχοι σχεδιάζουν τα δίκτυά τους, επιλέγουν προμηθευτές, κατανέμουν επενδυτικούς πόρους και προχωρούν στην ανάπτυξη υποδομών 5G.
Η πρόταση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων Τεχνολογιών Πληροφορικής & Επικοινωνιών (ΤΠΕ) και στους λεγόμενους προμηθευτές υψηλού κινδύνου. Η κατεύθυνση αυτή αντανακλά μια πραγματική ανησυχία: τα σύγχρονα δίκτυα δεν κρίνονται μόνο από την τεχνολογική τους απόδοση, αλλά και από την αξιοπιστία των εταιρειών που παρέχουν τον εξοπλισμό και τις υπηρεσίες πάνω στις οποίες στηρίζονται.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή ενός τέτοιου πλαισίου μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στην αγορά. Τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα είναι σύνθετες υποδομές, χτισμένες σε βάθος χρόνου, με πολυετείς συμβάσεις, τεχνικές εξαρτήσεις και υψηλό κόστος κεφαλαίου.
Η αλλαγή προμηθευτών ή η αντικατάσταση εξοπλισμού δεν είναι μια απλή εμπορική απόφαση. Αναμφίβολα θα απαιτήσει νέο σχεδιασμό, τεχνικές δοκιμές, σημαντικές πρόσθετες επενδύσεις και χρόνο.
Αυτοί είναι και οι λόγοι που οι οικονομικές επιπτώσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Περιορισμοί ή σταδιακή απομάκρυνση συγκεκριμένων προμηθευτών από δίκτυα 5G θα μπορούσαν, σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν τεθεί στη δημόσια συζήτηση, να επιβαρύνουν τον κλάδο με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Πιο συγκεκριμένα το κόστος αυτό εκτιμάται ότι μπορεί να κυμανθεί μεταξύ 55 και 60 δισ. ευρώ.
Τα ποσά αυτά δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες ήδη καλούνται να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη του 5G, την επέκταση δικτύων οπτικών ινών, την αναβάθμιση υφιστάμενων δικτύων και την ενεργειακή αποδοτικότητα των υποδομών. Εάν ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων κατευθυνθεί σε αντικαταστάσεις εξοπλισμού και σε διαδικασίες συμμόρφωσης, λιγότεροι πόροι θα μείνουν για νέες επενδύσεις.
Αυτό μπορεί να επηρεάσει την ταχύτητα ανάπτυξης δικτύων, καθώς και την ποιότητα και το κόστος των υπηρεσιών, με άμεσο αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται όμως μόνο στους παρόχους. Τα δίκτυα 5G αποτελούν τη βάση για ένα μεγάλο μέρος του ψηφιακού μετασχηματισμού: τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, έξυπνες πόλεις, διασυνδεδεμένες μεταφορές, τηλεϊατρική, logistics, Internet of Things και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης σε πραγματικό χρόνο. Αν η ανάπτυξή τους καθυστερήσει, η επίπτωση θα περάσει στην παραγωγή, στις επιχειρήσεις, στις δημόσιες υπηρεσίες και φυσικά στον τελικό καταναλωτή.
Παράλληλα, υπάρχει και η διάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά εξοπλισμού. Ο περιορισμός των διαθέσιμων προμηθευτών μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές, μικρότερη ευελιξία και μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης.
Για τους παρόχους, αυτό σημαίνει δυσκολότερο σχεδιασμό επενδύσεων. Για την κοινωνία, μπορεί να σημαίνει πιο αργή διάχυση των ωφελών του ψηφιακού μετασχηματισμού και πιθανώς και την μετακύληση του κόστους στους πολίτες.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερη κυβερνοασφάλεια. Τη χρειάζεται.
Χωρίς ασφαλή δίκτυα, η εμπιστοσύνη σε ψηφιακές υπηρεσίες, cloud υποδομές, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και δημόσια ψηφιακά συστήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα σχεδιαστούν οι κανόνες ώστε να ενισχύουν την ασφάλεια χωρίς να παγώνουν τις επενδύσεις.
Βάσει μάλιστα της έκθεσης του GSMA και του Connect Europe, η πρόταση (της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), όπως έχει διατυπωθεί, ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο τον ευρωπαϊκό τομέα των τηλεπικοινωνιών, αλλά και την ευρωπαϊκή οικονομία και ανταγωνιστικότητα γενικότερα, συμπεριλαμβανομένης της θέσης της σε σχέση με τους διεθνείς ομολόγους της.
Γι’ αυτό το CSA2 θα κριθεί κυρίως στην εφαρμογή του. Ένα πλαίσιο με σαφή κριτήρια, τεχνική τεκμηρίωση, αντικειμενικές πιστοποιήσεις, ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και αναλογική προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την αγορά.
Αντίθετα, ένα πλαίσιο που δημιουργεί αβεβαιότητα ή οδηγεί σε απότομες αλλαγές και περιορισμούς στις τεχνολογικές επιλογές των επιχειρήσεων μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά στην ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών και φυσικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο σύνολό της.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Ναυπηγεία Σαλαμίνας: Στη Naval παραδόθηκε ακόμη ένα block για τη 4η φρεγάτα FDI «Θεμιστοκλής»
- Hermès vs. LVMH: Νέα εξέλιξη στην υπόθεση εξαφάνισης 14 δισ. σε μετοχές με δικηγόρο επίσημα υπό έρευνα
- Ερντογάν: Η Κωνσταντινούπολη είναι η πατρίδα μας από το 1453
- Θεοδωρικάκος για Turkaegean: Δικαίωση για την Ελλάδα η απόρριψη σε δεύτερο βαθμό της τουρκικής προσφυγής