Αντιμέτωπη με μια νέα πρόκληση βρίσκεται τώρα η Ευρώπη, πάνω που είχε ανακάμψει από τις επιπτώσεις της τελευταίας ενεργειακής κρίσης, που προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, αναφέρει ο Economist. 

Οι απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τις τελευταίες δύο εβδομάδες λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, κινδυνεύουν να σταματήσουν την ήδη αδύναμη οικονομική ανάπτυξη και να πυροδοτήσουν εκ νέου τον πληθωρισμό.

1

Αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες που αγωνίζονται με τους αμερικανικούς δασμούς και τον κινεζικό ανταγωνισμό.

«Για την Ευρώπη, αυτή [η κρίση] είναι, φυσικά, υπαρξιακή», επισημαίνει η Simone Tagliapietra, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο Bruegel, ένα think tank στις Βρυξέλλες.

Δεδομένων των συνθηκών, θα μπορούσε κανείς να περιμένει μια ισχυρή ευρωπαϊκή αντίδραση.

Αντίθετα, αυτή έχει μείνει σιωπηλή.

Στο διπλωματικό πεδίο, οι χώρες έχουν διχαστεί ως προς το αν θα καλοδεχτούν τις επιθέσεις ή θα τις καταδικάσουν.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Ευρώπης βρίσκονται σε κατάσταση “overloaded”.

Ακόμη και αν ήθελαν να αποδεχτούν το αίτημα του Ντόναλντ Τραμπ στις 14 Μαρτίου να βοηθήσει στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, οι ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις, δεν θα έκαναν τη διαφορά εκεί που το αμερικανικό ναυτικό δεν μπορεί.

«Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κυβερνήσεις, εξακολουθούν να αγωνίζονται να προστατεύσουν τις οικονομίες τους, από έναν πόλεμο στον οποίο δεν έχουν καμία επιρροή και στον οποίο είναι ασυνήθιστα ευάλωτες», σημειώνει ο αρθρογράφος του Economist.

Κίνδυνος από την εξάρτηση σε φυσικό αέριο

Ο κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται κυρίως από την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ιδιαίτερα το φυσικό αέριο.

Μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών των εισαγωγών προέρχεται από τη Μέση Ανατολή — περίπου 200 εκατ. κυβικά μέτρα από το σύνολο των 6,5 δισ. κυβικών μέτρων που εισάγει εβδομαδιαίως η Ευρώπη. Ωστόσο, η Γηραιά Ήπειρος έχει αφήσει τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου να μειωθούν σχεδόν όσο χαμηλά είχαν φτάσει το 2022.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2022 να απεξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο, το οποίο αγόραζε μέσω πολυετών συμβολαίων, την έχει καταστήσει πιο εκτεθειμένη στη διεθνή αγορά spot.

Η Ένωση σχεδιάζει να τερματίσει έως το τέλος του έτους τις εναπομείνασες εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου και από το επόμενο έτος το φυσικό αέριο μέσω αγωγών.

Η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου, κυρίως με αμερικανικό LNG, είχε ήδη οδηγήσει σε σχεδόν διπλασιασμό των τιμών, περίπου στα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ο πόλεμος τις έχει ωθήσει ακόμη υψηλότερα: στις 13 Μαρτίου είχαν φτάσει τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Πάντως, η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι το 2022, όταν η ισχυρή ζήτηση και η έλλειψη εργατικού δυναμικού συνδυάστηκαν με το ενεργειακό σοκ και εκτόξευσαν τον ετήσιο πληθωρισμό στο 11%.

Αυτή τη στιγμή, ένας σύντομος πόλεμος θα οδηγούσε το ΑΕΠ «οριακά χαμηλότερα», εκτιμά ο Όλιβερ Ράκαου της Oxford Economics. Μια παρατεταμένη διακοπή στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε όμως να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρή.

Τι θα γίνει αν το πετρέλαιο φτάσει τα 140 δολάρια το βαρέλι

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας, αν η τιμή του πετρελαίου φτάσει τα 140 δολάρια το βαρέλι για δύο μήνες, η οικονομική ανάπτυξη το 2026 θα είναι κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από ό,τι θα μπορούσε να ήταν, ενώ ο μέσος πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα φτάσει το 4,3%, από 1,9% πέρυσι.

Οι κυβερνήσεις έχουν ελάχιστο δημοσιονομικό περιθώριο για στήριξη. Το 2022, μετά από μια δεκαετία χαμηλών επιτοκίων, είχαν δαπανήσει πολλά χρήματα, για να προστατεύσουν καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Σήμερα, τα δημόσια χρέη είναι υψηλά και οι προϋπολογισμοί πιεσμένοι. Η Γερμανία έχει ήδη τροποποιήσει τους αυστηρούς κανόνες για τα ελλείμματα, προκειμένου να αυξήσει τις δαπάνες για άμυνα και υποδομές. Στη Γαλλία το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παραμένει επιφυλακτική μετά το κύμα πληθωρισμού που ακολούθησε την πανδημία. Οι αγορές εκτιμούν ότι ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση επιτοκίων φέτος, αν και αυτό ίσως αποδειχθεί λανθασμένο.

Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, δήλωσε στις 6 Μαρτίου ότι οι κεντρικές τράπεζες «πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να παρεμβαίνουν υπερβολικά για να ρυθμίσουν την οικονομία». Ωστόσο, όσο περισσότερο δαπανούν οι κυβερνήσεις για να προστατεύσουν τους καταναλωτές, «τόσο περισσότερο η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να παρέμβει», σημειώνει ο Ράκαου.

Οι οικονομικοί κίνδυνοι υποδηλώνουν ότι οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να πιέσουν για τον τερματισμό του πολέμου.

Όμως, παραμένουν διχασμένοι.

«Δεν πρέπει να χυθεί ούτε ένα δάκρυ για το ιρανικό καθεστώς»

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει επανειλημμένα εκφράσει στήριξη στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις· στις 9 Μαρτίου δήλωσε ότι «δεν πρέπει να χυθεί ούτε ένα δάκρυ για το ιρανικό καθεστώς».

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς αρχικά έδειξε να μην ανησυχεί ιδιαίτερα για το κλείσιμο «του κέντρου της διεθνούς τρομοκρατίας». Ο αντικαγκελάριός του όμως, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, δήλωσε ότι αμφιβάλλει αν ο πόλεμος είναι σύμφωνος με το διεθνές δίκαιο. Άλλοι ηγέτες καταδίκασαν εξαρχής τις επιθέσεις. «Αυτός ο πόλεμος είναι παράνομος και αντίθετος στα συμφέροντα της ανθρωπότητας», έγραψε ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ.

Οι αντιφατικές διπλωματικές αντιδράσεις οφείλονται εν μέρει στον φόβο ότι η αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει τον Τραμπ να περιορίσει τη στήριξη προς την Ουκρανία.

Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποσύρει τη συνεργασία σε πληροφορίες ή να σταματήσει την πώληση προηγμένων όπλων που μεταβιβάζονται στις ουκρανικές δυνάμεις.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική στο ζήτημα του Ιράν καθοδηγείται από «την επιθυμία να διατηρηθεί ικανοποιημένος ο ‘πατέρας’ Τραμπ», υποστηρίζουν οι αναλυτές Ζουλιέν Μπαρνς-Ντέισι και Έλι Γερανμαγιέχ του European Council on Foreign Relations.

Η προσπάθεια κατευνασμού των Ηνωμένων Πολιτειών στο ζήτημα του Ιράν, προκειμένου να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη στην Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν η σύγκρουση στον Κόλπο είναι σύντομη.

Πώς ωφελείται η Ρωσία

Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο περισσότερο ωφελείται η Ρωσία. Στις 12 Μαρτίου, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι τιμές του πετρελαίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν 30ήμερη εξαίρεση από τις κυρώσεις που επιτρέπει σε χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη εν πλω.

Η εξέλιξη αυτή ανησυχεί τους Ευρωπαίους ηγέτες, ακόμη και εκείνους που αρχικά υποστήριξαν τις επιθέσεις.

Ο Μερτς χαρακτήρισε την απόφαση «λανθασμένη», ενώ νωρίτερα είχε δηλώσει ότι η Ευρώπη «δεν έχει κανένα συμφέρον σε έναν ατελείωτο πόλεμο».

Ακόμη χειρότερα, οι Ευρωπαίοι κινδυνεύουν να εμπλακούν παρά τη θέλησή τους. Οι πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις του Ιράν σε χώρες του Κόλπου, καθώς και πλήγμα σε βρετανική βάση στην Κύπρο και προσπάθειες επίθεσης στην Τουρκία, έχουν οδηγήσει ευρωπαϊκές χώρες να αποστείλουν αμυντικές δυνάμεις στην περιοχή.

Η Βρετανία και η Γαλλία έχουν στείλει μαχητικά αεροσκάφη στον Κόλπο. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ολλανδία έχουν αποστείλει πολεμικά πλοία και αεροσκάφη για την άμυνα της Κύπρου. Η Γαλλία έχει επίσης αναπτύξει αεροπλανοφόρο και μεγάλο μέρος του στόλου της στην ανατολική Μεσόγειο.

Το πόσο αποτελεσματικές θα είναι αυτές οι κινήσεις παραμένει ασαφές. Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι τα γαλλικά πλοία θα μπορούσαν να συνοδεύουν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, αλλά μόνο «αφού περάσει η πιο έντονη φάση της σύγκρουσης».

«Η Ευρώπη συνοπτικά», σχολιάζει ο Μπαρνς-Ντέισι:

«Θα στείλουμε ολόκληρο τον στόλο μας στον Κόλπο και μετά θα περιμένουμε μέχρι να διαχειριστούν άλλοι την κατάσταση».

Διαβάστε επίσης: 

Μπέσεντ: Πιθανή αναβολή του ταξιδιού του Τραμπ στην Κίνα θα οφείλεται σε άλλες υποχρεώσεις του στην Ουάσινγκτον

Λευκός Οίκος για πετρέλαιο: Επιπλέον κόστος μεταξύ 5 και 15 δολαρίων ανά βαρέλι από τις εντάσεις με το Ιράν

ΗΠΑ: Δεν αναγνωρίζουν το ψευδοκράτος, ζήτησαν να δεσμευτεί τμήμα στη βόρεια Κύπρο για στρατιωτικές επιχειρήσεις