Το αόρατο βάρος στην αγορά και η ανάγκη για καθαρές θεσμικές απαντήσεις
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς. Η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση και τα νέα προϊόντα προμήθειας δημιουργούν ένα πιο σύνθετο και δυναμικό περιβάλλον.
Παρ’ όλα αυτά, ένα πρόβλημα με διογκούμενες συνέπειες εξακολουθεί να υπονομεύει τη λειτουργία της: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές καταναλωτών που αλλάζουν προμηθευτή, αφήνοντας πίσω απλήρωτους λογαριασμούς. Ένα φαινόμενο με πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα, το οποίο διαχέεται σε ολόκληρη την αγορά και καταλήγει, σχεδόν πάντα, να επιβαρύνει εκείνους που είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Η ετήσια έκθεση λιανικής της ΡΑΑΕΥ για το 2024 καταγράφει μια απότομη και ανησυχητική αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Σημαντικό μέρος αυτών αφορά χρέη που παραμένουν ανεξόφλητα μετά την αλλαγή προμηθευτή. Όπως επισημαίνουν τα στελέχη της αγοράς, το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά συνδέεται άμεσα με θεσμικές αδυναμίες, οι οποίες επιβαρύνουν αδίκως τους συνεπείς καταναλωτές και αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού.
Ένα πλαίσιο με ελλιπή αντίβαρα
Η ελευθερία αλλαγής προμηθευτή αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του καταναλωτή και βασικό μηχανισμό ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Ωστόσο, το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο δεν έχει προβλέψει επαρκείς δικλίδες ασφαλείας για την αντιμετώπιση των οφειλών που αφήνονται πίσω. Ο προηγούμενος πάροχος, στην πράξη, έχει ως μοναδικό εργαλείο τη δικαστική διεκδίκηση. Μια διαδικασία, ωστόσο, χρονοβόρα και δαπανηρή, τόσο για τον προμηθευτή όσο και για τον καταναλωτή, και συχνά δυσανάλογη σε σχέση με το ύψος του χρέους.
Έτσι διαμορφώνεται ένα σύστημα χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης. Οι προμηθευτές απορροφούν αρχικά το κόστος, όμως όταν το φαινόμενο αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά, αυτό επιβαρύνει την αγορά και κατ’ επέκταση τους συνεπείς πελάτες, περιορίζοντας τη δυνατότητα για πιο ανταγωνιστικές προσφορές.
Γιατί οι ανεξόφλητες οφειλές ορισμένων αφορούν όλους τους καταναλωτές
Η συσσώρευση απλήρωτων λογαριασμών δεν αφορά μόνο τη χρηματοοικονομική αντοχή των εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Περιορίζει τη δυνατότητά τους να προσφέρουν καλύτερους τιμολογιακούς όρους στους καταναλωτές, να επενδύσουν, και να καινοτομήσουν.
Πάνω απ’ όλα, όταν εκείνοι που πληρώνουν κανονικά καλούνται ουσιαστικά να καλύψουν την ασυνέπεια άλλων, η αντιμετώπιση του φαινομένου παύει να είναι απλώς ρυθμιστικό ζήτημα και αποκτά σαφή κοινωνική διάσταση.
Ρεαλιστικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση της ισορροπίας
Η απάντηση δεν βρίσκεται στον περιορισμό των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ούτε στη δημιουργία νέων εμποδίων στην αλλαγή προμηθευτή. Βρίσκεται στη θέσπιση σαφών, δίκαιων και αναλογικών κανόνων. Στον δημόσιο διάλογο έχουν διαμορφωθεί οι εξής βασικοί άξονες παρέμβασης για τη συμπλήρωση του υφιστάμενου πλαισίου του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας:
– η υποχρεωτική πρόταση διακανονισμού από την υφιστάμενη εταιρεία προμήθειας προς τον καταναλωτή που παρουσιάζει δυσχέρεια στην εξόφληση οφειλών, πριν από οποιοδήποτε μέτρο πίεσης, ώστε να εξαντλούνται όλα τα περιθώρια εξεύρεσης λύσης, και
– η δυνατότητα του προηγούμενου προμηθευτή να υποβάλει αίτημα αποκοπής παροχής του ασυνεπή καταναλωτή, υπό αυστηρές και ξεκάθαρες προϋποθέσεις, που περιλαμβάνουν:
(α) τη θέσπιση κατώτατων ορίων οφειλής, ώστε η ενεργοποίηση του μέτρου να αφορά μόνο περιπτώσεις σοβαρών οφειλών,
(β) την υποχρεωτική πρόταση εύλογου και δίκαιου διακανονισμού στον καταναλωτή εκ μέρους του προμηθευτή, και
(γ) τον καθορισμό συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου μπορεί να ενεργοποιηθεί το μέτρο.
Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζει την προστασία του καταναλωτή, αντίθετα, συμβάλλει στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και επιδιώκει να αποκαταστήσει τη λειτουργική ισορροπία της αγοράς.
Μια αγορά που στηρίζεται στη δικαιοσύνη και την εμπιστοσύνη
Καμία αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει υγιώς χωρίς σταθερότητα, προβλεψιμότητα και εμπιστοσύνη.
Όταν η ασυνέπεια μένει ουσιαστικά χωρίς συνέπειες, το σύστημα αποσταθεροποιείται και το κόστος μετακυλίεται στους λάθος αποδέκτες.
Η θεσμική θωράκιση απέναντι στο πρόβλημα των ανεξόφλητων οφειλών δεν είναι απλώς οικονομική αναγκαιότητα. Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ίσων όρων ανταγωνισμού και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Και ακριβώς γι’ αυτό, η διευθέτησή του δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης.