Οι Alfredo Alonso και Atul Hanamante, αναλυτές της Deutsche Bank (8/1), υποστηρίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, επιδόσεις που υπερβαίνουν σταθερά τις προσδοκίες και αποτιμήσεις που εξακολουθούν να μην αντανακλούν πλήρως τη βελτίωση στην κερδοφορία, την ποιότητα ενεργητικού και τα κεφαλαιακά επίπεδα.

Σε επίπεδο μετοχικών προτιμήσεων, η Deutsche Bank διατηρεί σύσταση Buy για όλες τις τράπεζες που καλύπτει. Ως κορυφαία επιλογή αναδεικνύεται η Eurobank (τιμή στόχος 4,10 ευρώ και σύσταση «αγορά»), καθώς, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, προσφέρει το μεγαλύτερο περιθώριο υπέρβασης των εκτιμήσεων, χάρη στη δυναμική πιστωτική ανάπτυξη, τη συμβολή εξαγορών και τη διαφοροποίηση των εσόδων.

1

Θετική παραμένει η στάση και για την Τράπεζα Πειραιώς (τιμή στόχος 8,75 ευρώ, σύσταση «αγορά») και την Alpha Bank (τιμή στόχος 4,10 ευρώ, σύσταση «αγορά»), με τη Deutsche Bank να εστιάζει στη βελτίωση της λειτουργικής απόδοσης και στην ταχύτερη ανάκαμψη των εσόδων από τόκους. Η Εθνική Τράπεζα (τιμή στόχος 15,30 ευρώ και νέα σύσταση «αγορά» από «διακράτηση») αναβαθμίζεται σε Buy, με τους αναλυτές να αναγνωρίζουν τη σταθερή εκτέλεση και το ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ, αν και τη χαρακτηρίζουν ως την πιο «γεμάτη» επενδυτικά επιλογή. Για την Τράπεζα Κύπρου δίνει τιμή στόχο 10,10 ευρώ και σύσταση «αγορά».

Η Deutsche Bank επισημαίνει ότι οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες έχουν κινηθεί εξαιρετικά ξεπερνώντας κάθε προσδοκία στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύμπαν, καταγράφοντας ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην Ελλάδα, η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων κινείται σε διψήφια ποσοστά, με βασικό μοχλό τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, σε μια οικονομία που προσπαθεί να καλύψει το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.

Η έντονη πιστωτική δραστηριότητα έχει ήδη αρχίσει να μεταφράζεται σε ταχύτερη ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους, ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι από το 2026 και μετά η εξέλιξη των NII θα ευθυγραμμιστεί σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση των δανείων. Παράλληλα, η αύξηση των προμηθειών, η βελτίωση της αποδοτικότητας και η υποχώρηση του κόστους κινδύνου δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ισχυρή αύξηση κερδών ανά μετοχή τα επόμενα χρόνια.

Σε επίπεδο αποτίμησης, η Deutsche Bank υπογραμμίζει ότι, παρά το ισχυρό rerating που έχει ήδη προηγηθεί, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση περίπου 20% σε όρους P/E για το 2027 σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Η στρέβλωση αυτή αποδίδεται εν μέρει στο γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει για πολλούς επενδυτές αγορά αναδυόμενων αγορών, κάτι που περιορίζει το εύρος των διαθέσιμων κεφαλαίων.

Η επικείμενη αναβάθμιση της Ελλάδας σε αναπτυγμένη αγορά από τους διεθνείς δείκτες αναδεικνύεται σε κρίσιμο καταλύτη. Η Deutsche Bank εκτιμά ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να διευρύνει ουσιαστικά τη δεξαμενή επενδυτών, προσελκύοντας κεφάλαια που σήμερα παραμένουν εκτός ελληνικής αγοράς λόγω καταστατικών περιορισμών. Την ίδια στιγμή, παράγοντες που στο παρελθόν λειτουργούσαν ανασταλτικά, όπως η ευαισθησία στα επιτόκια ή έκτακτες επιβαρύνσεις, φαίνεται να χάνουν τη βαρύτητά τους.

Η εικόνα των ισολογισμών ενισχύει περαιτέρω το θετικό αφήγημα. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν σε επίπεδα άνετα υψηλότερα των εποπτικών απαιτήσεων, ενώ το κόστος κινδύνου ακολουθεί πτωτική πορεία, αντανακλώντας τη σαφή βελτίωση στην ποιότητα ενεργητικού. Αυτό δημιουργεί, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, περιθώρια για ενισχυμένες αποδόσεις προς τους μετόχους, είτε μέσω υψηλότερων μερισμάτων, είτε μέσω επαναγορών μετοχών.

Το συμπέρασμα της Deutsche Bank είναι σαφές: η Ελλάδα παραμένει μία από τις πιο ελκυστικές αγορές για τον τραπεζικό κλάδο στην Ευρώπη, με τις τράπεζες να έχουν αφήσει οριστικά πίσω τους τις παθογένειες της κρίσης. Παρά τη σημαντική άνοδο των μετοχών, οι αποτιμήσεις, κατά τους αναλυτές δεν αντικατοπτρίζουν ακόμη πλήρως τη βελτίωση στα θεμελιώδη μεγέθη και τις προοπτικές δημιουργίας αξίας, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω rerating.

Στο ίδιο “μήκος κύματος” φαίνεται να είναι και η J.P. Morgan αναφέροντας ότι η Ελλάδα το 2026 μπαίνει σε μια κρίσιμη φάση επανατοποθέτησης στους διεθνείς μετοχικούς δείκτες και εκτιμώντας ότι ο οίκος STOXX θα προχωρήσει στην αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς από αναδυόμενη σε αναπτυγμένη.

Σύμφωνα με το report της Global Markets Strategy της J.P. Morgan (7/1), που υπογράφουν οι Pankaj Gupta, Min Moon, Joanne Cheung, Vivek G. Shah και Priyanka Saraf, η απόφαση αναμένεται να ανακοινωθεί στο πλαίσιο της ετήσιας αναθεώρησης ταξινόμησης χωρών το 2026, με την εφαρμογή να τοποθετείται χρονικά στην αναθεώρηση δεικτών του Σεπτεμβρίου.

Η αναβάθμιση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική αλλαγή κατηγορίας. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, οι ελληνικές μετοχές αποκτούν δικαίωμα ένταξης στους βασικούς ευρωπαϊκούς δείκτες STOXX Europe 600 και Eurostoxx, ενεργοποιώντας αυτόματα παθητικές εισροές από κεφάλαια που παρακολουθούν τους συγκεκριμένους δείκτες. Η J.P. Morgan εκτιμά ότι οι συνολικές παθητικές εισροές προς την ελληνική αγορά θα ανέλθουν σε περίπου 962,7 εκατ. δολάρια, ποσό που αποτυπώνει τη μηχανική ανακατανομή κεφαλαίων και όχι ενεργητικές επενδυτικές αποφάσεις.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της J.P. Morgan, εννέα ελληνικές μετοχές πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους δείκτες STOXX Europe 600, συγκεντρώνοντας το σύνολο των εκτιμώμενων παθητικών εισροών.

Η Εθνική Τράπεζα αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος αποδέκτης, με εκτιμώμενες εισροές 266,7 εκατ. δολαρίων. Ο αριθμός των μετοχών που αντιστοιχεί στις ροές αυτές ανέρχεται σε 16,76 εκατ., ποσότητα που ισοδυναμεί με περίπου 11,2 φορές τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών (xADV), στοιχείο που καταδεικνύει τη σχετική ένταση των ροών.

Ακολουθεί η Eurobank, με εκτιμώμενες εισροές 207,7 εκατ. δολαρίων. Οι παθητικές αγορές αντιστοιχούν σε περίπου 49,99 εκατ. μετοχές και σε 4,3 φορές τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών.

Η Alpha Bank τοποθετείται τρίτη στη σειρά, με εκτιμώμενο trade value 181,6 εκατ. δολαρίων, που μεταφράζεται σε 41,78 εκατ. μετοχές και περίπου 6,8 φορές τον xADV.

Η Τράπεζα Πειραιώς συμπληρώνει την τετράδα των τραπεζών, με παθητικές εισροές 178,3 εκατ. δολαρίων. Ο αντίστοιχος όγκος εκτιμάται σε 21,6 εκατ. μετοχές και 5,8 φορές τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών (xADV).

Πέραν του τραπεζικού κλάδου, η Metlen Energy & Metals συγκεντρώνει εκτιμώμενες εισροές 33,7 εκατ. δολαρίων, με 0,65 εκατ. μετοχές και λόγο 1,1 φορές τον xADV.

Ο ΟΠΑΠ ακολουθεί με εισροές 26,2 εκατ. δολαρίων, που αντιστοιχούν σε 1,20 εκατ. μετοχές και περίπου 1,8 φορές τον μέσο ημερήσιο όγκο.

Η ΔΕΗ εκτιμάται ότι θα δεχθεί παθητικές εισροές 25,6 εκατ. δολαρίων, με όγκο 1,20 εκατ. μετοχών και λόγο 2,2 φορές τον xADV.

Η Jumbo εμφανίζεται με εκτιμώμενο trade value 23,6 εκατ. δολαρίων, που αντιστοιχεί σε 0,73 εκατ. μετοχές και περίπου 2,1 φορές τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών.

Τέλος, ο ΟΤΕ συμπληρώνει τη λίστα με εισροές 19,3 εκατ. δολαρίων, 0,98 εκατ. μετοχές και λόγο 3,1 φορές τον xADV.