Άμεσο και πολυεπίπεδο αντίκτυπο στο επιχειρηματικό τοπίο της χώρας είχε η σταθερή βελτίωση της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, όπως καταγράφεται στη νέα μελέτη της PwC Ελλάδας με τίτλο «Revisiting Zombie Firms: From Survival to Revival», η οποία υλοποιήθηκε σε συνεργασία με Έλληνες ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Essex στο πλαίσιο της στρατηγικής για διαρκή σύνδεση με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Η έρευνα, που καλύπτει την περίοδο 2015–2023 και βασίζεται σε στοιχεία περίπου 14.000 ελληνικών επιχειρήσεων, καταγράφει τη δυναμική του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα κατά την περίοδο ανάκαμψης μετά τη δεκαετία της κρίσης χρέους και την πανδημία, στη διάρκεια της οποίας το φαινόμενο των εταιρειών-ζόμπι περιορίζεται αισθητά.
Η PwC καταγράφει ότι το 2023 το ποσοστό των ζόμπι επιχειρήσεων μειώθηκε κάτω από 4%. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική μεταβολή, που σηματοδοτεί μια ποσοτική αλλά και ποιοτική βελτίωση του επιχειρηματικού ιστού, αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων όπως η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών και η στήριξη των επιχειρήσεων κατά την πανδημία.
Οι ζόμπι επιχειρήσεις, που για χρόνια αποτέλεσαν μία από τις πιο χαρακτηριστικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, δεν προσδιορίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία της PwC μέσω ενός μεμονωμένου δείκτη αλλά από συνδυασμό κριτηρίων. Συγκεκριμένα, μια επιχείρηση χαρακτηρίζεται ως «ζόμπι» όταν, σε βάθος τριετίας, παρουσιάζει συστηματική μείωση του κύκλου εργασιών άνω του 5%, αρνητική απόδοση των απασχολούμενων κεφαλαίων και μη βιώσιμο δανεισμό. Η επίμονη παρουσία τέτοιων επιχειρήσεων στον εταιρικό χάρτη δεν επιβάρυνε μόνο τις ίδιες, αλλά λειτουργούσε ανασταλτικά και για τη συνολική παραγωγικότητα, δεσμεύοντας κεφάλαια, ανθρώπινους πόρους και τραπεζική χρηματοδότηση που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε πιο δυναμικές δραστηριότητες.
Μακροοικονομική σταθεροποίηση και επιχειρηματική ανάκαμψη
Η περίοδος που εξετάζει η μελέτη της PwC συμπίπτει με κομβικές μεταβολές για την ελληνική οικονομία. Μετά τη δημοσιονομική κρίση, η χώρα εισήλθε σταδιακά σε φάση σταθεροποίησης και επαναφοράς της εμπιστοσύνης. Η αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας, η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα, η σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, η ενίσχυση των εξαγωγών και των άμεσων ξένων επενδύσεων, αλλά και η ουσιαστική εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος –κυρίως μέσω της δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων– δημιούργησαν ένα σαφώς ευνοϊκότερο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις.
Οι θετικές αυτές εξελίξεις αποτυπώθηκαν και στους ισολογισμούς των ελληνικών εταιρειών. Σύμφωνα με την ανάλυση της PwC, ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων σχεδόν διπλασιάστηκε σε σύγκριση με το 2015, ενώ η κερδοφορία τους σχεδόν τριπλασιάστηκε. Παράλληλα, το χρηματοοικονομικό τους προφίλ σταθεροποιήθηκε: η «τυπική» ελληνική επιχείρηση εμφανίζει πλέον χαμηλότερη δανειακή επιβάρυνση, επαρκή ρευστότητα και σημαντικά βελτιωμένη ικανότητα κάλυψης τόσο των λειτουργικών όσο και των χρηματοοικονομικών της αναγκών.
Η θεαματική υποχώρηση των ζόμπι εταιρειών
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ποσοστό των επιχειρήσεων-ζόμπι ακολούθησε καθοδική πορεία. Η PwC καταγράφει ότι το 2023 η αναλογία των επιχειρήσεων που πληρούν τα κριτήρια «ζόμπι» περιορίστηκε σε επίπεδα κάτω του 4%. Πρόκειται για μια σημαντική μείωση, που σηματοδοτεί όχι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική βελτίωση του επιχειρηματικού ιστού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πτωτική αυτή πορεία δεν διακόπηκε ουσιαστικά ούτε από την πανδημία. Το 2020 πράγματι καταγράφηκε προσωρινή εκτίναξη του ποσοστού των ζόμπι επιχειρήσεων, καθώς τα περιοριστικά μέτρα και η μείωση της ζήτησης επιδείνωσαν απότομα τα οικονομικά αποτελέσματα χιλιάδων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η αύξηση αυτή αποδείχθηκε παροδική. Τα εκτεταμένα προγράμματα κρατικής στήριξης συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της οικονομίας και στην αποτροπή ενός εκτεταμένου κύματος πτωχεύσεων κατά την περίοδο της πανδημίας, ωστόσο οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να καθυστέρησαν την αναδιάρθρωση οικονομικά αδύναμων επιχειρήσεων.
Δυναμική έξοδος από την «κατάσταση ζόμπι»
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα ευρήματα που αφορούν τη δυναμική του φαινομένου. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων που σε κάποια φάση ταξινομήθηκαν ως «ζόμπι» δεν παρέμειναν μόνιμα εγκλωβισμένες. Δύο στις τρεις εταιρείες που χαρακτηρίστηκαν ως «ζόμπι» την περίοδο 2015–2021 κατάφεραν να ανακτήσουν τη χρηματοοικονομική τους υγεία έως το 2021. Μόλις το 20% παρέμεινε σταθερά σε καθεστώς «ζόμπι», ενώ το 14% οδηγήθηκε σε οριστική έξοδο από την αγορά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο ότι από τις επιχειρήσεις που καταγράφηκαν για πρώτη φορά ως «ζόμπι» το 2015, μόνο το 1% εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση το 2023. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει τον μη στατικό χαρακτήρα του φαινομένου και καταδεικνύει ότι η ελληνική αγορά, παρά τις αδυναμίες της, δεν εγκλωβίζει μόνιμα τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις, αλλά επιτρέπει την προσαρμογή, την αναδιάρθρωση ή –όπου απαιτείται– την έξοδο.
Ποιοι είναι πιο ευάλωτοι στη «ζομποποίηση»
Παρά τη συνολική βελτίωση, η μελέτη της PwC αναδεικνύει σταθερά μοτίβα ευαλωτότητας. Οι ζόμπι επιχειρήσεις εμφανίζουν σαφώς δυσμενέστερα οικονομικά χαρακτηριστικά: χαμηλότερο κύκλο εργασιών, αρνητικό EBIT και καθαρό αποτέλεσμα, περιορισμένη ρευστότητα και υπερδιπλάσια επίπεδα δανεισμού σε σχέση με τις υγιείς επιχειρήσεις. Πρόκειται συχνά για παλαιότερες εταιρείες που, παρά την πολυετή παρουσία τους, δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Σημαντικό είναι επίσης το εύρημα ότι η επιδείνωση δεν είναι αιφνίδια. Τα βασικά οικονομικά μεγέθη των επιχειρήσεων αυτών αρχίζουν να υποχωρούν τουλάχιστον τρία χρόνια πριν από την τυπική τους ταξινόμηση ως «ζόμπι», γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχουν έγκαιρα «σήματα κινδύνου» τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προληπτικά.
Το μέγεθος ως παράγοντας ανθεκτικότητας
Κομβικό ρόλο παίζει το μέγεθος της επιχείρησης. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον πιο αδύναμο κρίκο της ελληνικής οικονομίας, με μέσο ποσοστό ζόμπι επιχειρήσεων 8,1% την περίοδο 2015–2023, ποσοστό που αυξήθηκε έντονα κατά την πανδημία. Οι αντικειμενικοί περιορισμοί τους –περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, μικρά περιθώρια αναδιάρθρωσης, περιορισμένες επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο– τις καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτες σε εξωγενείς κρίσεις.
Αντίθετα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζουν μέσο ποσοστό ζόμπι επιχειρήσεων 2,3%, ενώ οι μεγάλες μόλις 1,3%.
Κλαδικές διαφοροποιήσεις και παραδείγματα ανάκαμψης
Σε επίπεδο κλάδων, το Εμπόριο, η Βιομηχανία και οι Υπηρεσίες συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ζόμπι επιχειρήσεων σε απόλυτους αριθμούς, κάτι αναμενόμενο λόγω του μεγέθους τους. Ωστόσο, σχεδόν όλοι οι κλάδοι έχουν μειώσει πάνω από το ήμισυ το ποσοστό των ζόμπι επιχειρήσεων έως το 2023. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι επιδόσεις του εμπορίου και του τουρισμού, όπου οι ζόμπι επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά 77% και 75% αντίστοιχα.
Ο τουρισμός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κυκλικής ευαλωτότητας αλλά και ταχείας ανάκαμψης. Η πανδημία προκάλεσε απότομη αύξηση των προβληματικών επιχειρήσεων, ωστόσο η δυναμική επιστροφή της ζήτησης μετά την άρση των περιορισμών επανέφερε μεγάλο μέρος του κλάδου σε τροχιά βιωσιμότητας.
Κατάσταση ζόμπι και κίνδυνος αποτυχίας
Η PwC εξετάζει επίσης τη σχέση μεταξύ «κατάστασης ζόμπι» και πιθανότητας χρεοκοπίας, αξιοποιώντας μοντέλα ανάλυσης επιβίωσης. Τα συμπεράσματα είναι σαφή: μια ζόμπι επιχείρηση έχει περίπου 2,7 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αποτύχει σε σχέση με μια υγιή. Οι πιθανότητες αποτυχίας μειώνονται σημαντικά ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης: από 3,26% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, σε 1,8% στις μικρομεσαίες και 0,9% στις μεγάλες.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Παρά τις θετικές εξελίξεις, η μελέτη υπογραμμίζει ότι παραμένουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Ο έντονος κατακερματισμός της ελληνικής επιχειρηματικής βάσης, ειδικά στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, εξακολουθεί να περιορίζει την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητα, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της κουλτούρας συνεργασιών, συγχωνεύσεων και εξαγορών. Μέσω συνεργασιών και συμπράξεων, οι μικρότερες επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε πόρους, τεχνογνωσία και αγορές που μεμονωμένα δυσκολεύονται να προσεγγίσουν.
Παράλληλα, η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, η ενίσχυση της καινοτομίας και η αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες βιωσιμότητας. Συμπληρωματικά, η παροχή στοχευμένων χρηματοδοτικών λύσεων παραμένει κρίσιμη για την αποτελεσματικότερη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Όπως σημειώνει και ο Κυριάκος Ανδρέου, Partner, Strategy & Markets στην PwC Ελλάδας, «Το θετικό κλίμα στην οικονομία αποτυπώνεται και στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Η βελτίωση της οικονομικής συγκυρίας ενίσχυσε την κερδοφορία των επιχειρήσεων και συνέβαλε στη μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων ζόμπι, ενώ η υποχώρηση αυτών των μη βιώσιμων επιχειρήσεων λειτούργησε με τη σειρά της ενισχυτικά για την οικονομία. Ως αποτέλεσμα, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται σήμερα πιο ανθεκτικές και πιο ελκυστικές για επενδύσεις, ενώ παράλληλα μπορούν να προσφέρουν καλύτερα αμειβόμενες και πιο σταθερές θέσεις εργασίας.»
- Ιράν: Οι Φρουροί της Επανάστασης συνέλαβαν έναν ξένο για κατασκοπεία υπέρ του Ισραήλ
- Τραμπ: Οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να βοηθήσουν τους Ιρανούς – Το Ιράν κοιτάζει προς την ελευθερία
- Μασκ: «Φασιστική» η βρετανική κυβέρνηση – Κλιμακώνεται η διαμάχη για το Grok
- Σέρρες: Δεν γίνεται να είναι ένας μόνο ο δράστης, λέει ο πατέρας του 16χρονου για τον θανάσιμο ξυλοδαρμό του 17χρονου