Κόκκινη αυλαία, σκοτάδι στη πλατεία, ψίθυρος, ανάσες, προσμονή. Φώτα και μαγεία φτιαχτή από σώματα και φωνές που πάλλονται και υποφέρουν. Μπουλούκια, μπαλωμένα ρούχα, κρύα χωριά, αβγά και τυρί για εισιτήριο!

Κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, βελούδινα καθίσματα, υποκλίσεις! Παντού, πάντα η θεατρίνα σαγηνεύει, φτιάχνει ένα χαρακτήρα, υπηρετεί έναν συγγραφέα, συγκλονίζει, υποδύεται, λατρεύεται από μια ομάδα ανθρώπων του κοινού και αν είναι πολύ πολύ λαμπερή, από όλη τη γενιά της. Όμορφη, άσχημη, ψηλή, κοντή δεν έχει σημασία!

Αρκεί να μπορεί να υπνωτίζει το κοινό για να τη βλέπει ως μια άλλη, αυτή του ρόλου της. Ακόμα και αν η ζωή της, κάποτε, έχει πιο πολύ δράμα, έγκλημα, περηφάνεια, μυστήριο, ηρωισμό χωριστά ή και όλα μαζί, απ ότι ο ρόλος που ερμηνεύει.

Κοιτώντας τις υπέροχες δευταραγωνίστριες, τις καρατερίστες και τις ρολίστες, ξεχωρίζουν εκείνες τις γυναίκες, που με αξιοπρέπεια και αίσθηση του καλού γούστου, υπερασπίστηκαν αξιακές αρχές και αφοσιωθήκαν στη τέχνη, χωρίς κανείς, ποτέ, να μάθει τι έκρυβε το βαμμένο τους πρόσωπο τους, σε αλήθειες, μετά το χειροκρότημα, στο τέλος της υπόκλισης, στην επιστροφή σε αγέλαστα σπίτια!

Και είναι εκείνες οι λεπτομέρειες για όλους αυτούς τους οικείους, σα συγγενείς μας ανθρώπους, της ασπρόμαυρης συνήθως εικόνας, του σινεμά κάποτε του θερινού, ή της τηλεόρασης τις Κυριακές τα μεσημέρια που τρυφερεύουν και γεμίζουν αλμύρα κρατημένων δακρύων την γεύση.

Ο Λαυρέντης Διανέλος που ήθελε να γίνει σταθμάρχης, γιατί του άρεσε να βλέπει τα τρένα να περνούν και να φεύγουν, με ανθρώπους – ιστορίες, να μάθει, απ αυτές που μια μέρα θα διηγείται με τα κορμί και την φωνή του, σαν ηθοποιός. Η Ρένα Βλαχοπούλου να ψάχνει μόνη στα ερείπια του βομβαρδισμού αρχοντικού της στην Κέρκυρα να βρει ζωντανά αδέλφια, πλακωμένα στα συντρίμμια ή έστω κάτι να χει απομείνει, για να θάψει.

Ο Βέγγος να παλεύει μες στη φτώχεια και στην ορφάνια κάνοντας όλες τις δουλείες του ποδαριού και στο ξερονήσι που έζησε εξόριστος, να ακούει ιστορίες από τον Κούνδουρο για το αρχαίο δράμα, τους Λάβδακες και τους Ατρείδες και να ταξιδεύει, πέρα – πέρα μακριά από αυτό το χρόνο και το πένθος!

Μετά τους βλέπεις πάλι να γελούν και να κάνουν αστεία και θέλεις να τους πεις ένα «μη πονάς πια» και ένα «αγαπήθηκες πολύ να ξέρεις» αλλά δε θα σ ακούσουν. Και ανάμεσά του αυτές, οι ωραίες «άσχημες», αυτές οι πρωταρχικές «δεύτερες», να σε σακατεύουν με το βλέμμα τους, κάθε φορά που τις κοιτάς στη μικρή οθόνη και ξέρεις, σε κάποιο άλλο χρόνο, τι περνάνε, τι της περιμένει και πόσα θα αντέξουν ακόμα…

Κούλα Αγαγιώτου: αγαπώντας έναν ανιψιό «δράκο» και μια αδελφή με σχιζοφρένεια

Κούλα Αγαγιώτου! Πόσο οικείο το πρόσωπο της! Εκείνο με τα ψηλά ζυγωματικά που έριχναν ωραίες σκιές στα κοντινά της, τις μακριές της βλεφαρίδες και τον ψηλό λαιμό, που στα ώριμα χρόνια της διασημότητας της στην τηλεόραση, πρόδιδαν μια σπουδαία, αλλοτινή καλλονή. Υπέροχη στην Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, ή δίπλα στον Θανάση Βέγγο και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Ξεχωριστή στις μεγάλες της τηλεοπτικές επιτυχίες, ως μάνα του «γεωπόνου» Βάσου Αδριανού στο θρυλικό ασπρόμαυρο Μεθοριακό Σταθμό, αλλά και στο ρόλο της Σοφίας Σοφιανού στο ιστορικό και αξεπέραστο «Ρετιρέ»!

Αυτή η γυναίκα που έπαιζε συχνά την αφελή, τη μητρική φιγούρα την προστατευμένη και άμαθη στην κακία του κόσμου, είχε πίσω της μια φρίκη, οικογενειακή, αιματοβαμμένη, που λίγοι γνώριζαν και οι συνάδελφοι της στο θέατρο, δεν συζητούσαν, σεβόμενοι πάντα την αξιοπρέπεια της. Η οικογένεια των ηθοποιών σώπαινε και πάντα της έβρισκε δουλειά, όχι μόνο για το ταλέντο της, αλλά για εκείνη τη βαριά σκιά που χε η ζωή της.

Μια ζωή, που ακολούθησε παράλληλα τα βάσανα, τις αλλαγές, τις συγκρούσεις της χώρας, αλλά που περιστατικά της, στα οποία πρωταγωνιστούσε γίνανε ταινία, πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, είδηση που συγκλόνισε την κοινωνία της εποχής. Ώσπου να πεθάνει, ξεχασμένη σε ένα διαμέρισμα στο Κουκάκι, με μια τηλεόραση να παίζει δυνατά άλλη μια επανάληψη απ το Ρετιρέ και να μαθευτεί ο θάνατος της μήνες μετά!

Πίσω στο 1964, Beatles, εξεγέρσεις στην Αμερική για τα πολιτικά δικαιώματα, οι Έλληνες φεύγουν απ την Κωνσταντινούπολη, με Τούρκους φοιτητές να απειλούν τους συμφοιτητές τους με λιντσάρισμα. Στο κέντρο της Αθήνα, μια ωραία, νεαρή γυναικά, η Μαρία Μπλαβέ με όνειρα για ζωή μικρά, να πιάνουν λίγο τόπο, όσο ένα τριάρι στο Παγκράτι, βρίσκεται μαχαιρωμένη.

Ένας 19χρονος νεαρός, όμορφος και καλομεγαλωμένος συλλαμβάνεται. Η θεία του, η ηθοποιός Κούλα Αγαγιώτου, βρήκε, στο δωμάτιο του ανιψιού της που έμενε μαζί της, ένα σακάκι με ίχνη αίματος στο αριστερό μανίκι, ένα παντελόνι στο οποίο, επίσης εντοπίστηκαν λεκέδες από αίμα, οι οποίοι είχαν καθαριστεί τοπικά και ένα μαχαίρι.

Ο φόνος της νεαρής γυναίκας απασχολεί καιρό τα πρωτοσέλιδα και την αστυνομία, με την νεκρή να μπαίνει στο στόχαστρο μιας διψασμένης για σεξουαλικές λεπτομέρειες κοινής γνώμης, που σχεδόν ασελγούσε πάνω στο νεκρό της νεανικό σώμα. Η Αγαγιώτου έλειπε τότε σε παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη με τη Σμαρούλα Γιούλη. Παραδίδει τα ευρήματα της, μόλις τα ανακαλύπτει σπίτι της, στην αστυνομία. Ο νεαρός ομολογεί.

Την μαχαίρωσε πισώπλατα χωρίς να της πει ούτε μια λέξη και στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του, όπου έφαγε και κοιμήθηκε. Όλα όσα έλεγε έδειχναν έναν χαμένο παιδί, ένα τρικυμισμένο μυαλό, μια μπερδεμένη ψυχή. Μισούσε τη μητέρα του γιατί τον γέννησε άσχημο, αφού θεωρούσε πως ήταν σαν Κουασιμόδο, μισούσε τη θεία του, γιατί τον κατέδωσε στην αστυνομία αλλά και γιατί δεν του έδινε τα χρήματα που χρειαζόταν, μισούσε την γιαγιά που έμεναν όλοι μαζί, γιατί τον μάλωνε.

Προσπάθησε μάλιστα να την πνίξει κάποιες φορές. Η θεία δε τον βοηθούσε να κάνει πλαστική εγχείρηση για να μοιάσει στον Δον Ζουάν! Η Κούλα Αγωγιώτου λατρεύει το μικρό, βασανισμένο της ανιψιό. Συγκρούονταν με τη μάνα της, όποτε τον μάλωνε.

Ήθελε να τον βοηθήσει αλλά δεν ήξερε το πως. Εκείνος είχε παρατήσει το σχολείο, κλεισμένος στο δωμάτιο του μόνο διάβαζε βιβλία των περίπτερων για φόνους, εγκλήματα, φτηνές γυναίκες. Ήταν θαυμαστής του Τζακ του Αντεροβγάλτη, του Καλιγούλα, σπάνια έβγαινε απ το σπίτι και μόνο νύχτες, επισκεπτόταν νεκροταφεία και έβαφε τα δόντια του κόκκινα.

Στα 16 του νοσηλεύτηκε για πέντε μήνες σε ψυχιατρική κλινική, όπου και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Η μάνα του και αδελφή της Αγωγιώτου, με το που τον γέννησε σχεδόν, χώρισε με τον πάτερά του και κλείστηκε στο ψυχιατρείο με διαγνωσμένη σχιζοφρένεια. Η θεία δε του χάλαγε χατίρι, αλλά ένιωθε τύψεις γιατί κάποιες φορές τον χτύπησε.

Στη δίκη η ηθοποιός που είχε μεγαλώσει το παιδί σαν δικό της, νιώθει να καταρρέει. Ακούγονται πολλά. Ακόμα και το πως παράδωσε το παιδί στην αστυνομία «για να διαφημιστεί, επειδή είναι ηθοποιός». Εκείνη ξεσπώντας σε αναφιλητά, θα πει σαν τη κατηγορήσουν πως δεν του χάλαγε χατίρι, πως «γιατί να μη του κάμω όλα τα χατίρια, αφού ήταν άρρωστος και φοβόμουν το τέλος του; Γιατί να μη στερηθώ τα πάντα προς χάριν του;»… Ο ανιψιός, ο Δημήτρης Ζάγκας, καταδικάστηκε και κλείστηκε στο ψυχιατρείο.

Η ζωή συνεχίστηκε, το έγκλημα ξεχάστηκε, οι πρωταγωνιστές του σιγά σιγά εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο της επικαιρότητας, πιθανόν και απ τη ζωή… Η Κούλα Αγωγιώτου απέκτησε μια κόρη, συνέχισε να ζει με τη μητέρα της, να δουλεύει σε ποιοτικές δουλείες στο σινεμά και στο θέατρο και να κάνει τηλεόραση. Ώσπου έσβησε και εκείνη και πάει και τίποτα δε μένει πια, ούτε καν σαν ψίθυρος ο αντίλαλος των στεναγμών των μεγάλων πόνων…

Ταϋγέτη: βασανίστηκε και εξορίστηκε για να αρνηθεί την ιδεολογία της για έναν καλύτερο κόσμο.

Η Ταϋγέτη Μπασούρη, η «Μπεμπέκα» που μεγάλη φόραγε φιογκάκια, η ξερακιανή γυναίκα που οι άντρες τρέπονταν σε φυγή μόλις τους ζητούσε ένα φιλί, η κωμικός, που μαζί με την Γεωργία Βασιλειάδου και την Αθηνά Μερτύρη, ήταν οι πιο αγαπημένες, αυτοσαρκαστικές, γοητευτικές, λατρεμένες «άσχημες» του ελληνικού κινηματογράφου της αθωότητας, της αφέλειας, της αισιοδοξίας, της εφηβικής εθνικής μας ηλικίας.

Και αν ακόμα θα μπορούσε να είναι όμορφη, δεν την ένοιαζε, αλλά αντίθετα τόνιζε στοιχεία αντί να τα κρύψει που δεν την κολάκευαν, αφ’ ενός γιατί δεν την ένοιαζε και αφ εταίρου, γιατί ήθελε το συγκεκριμένο τύπο στους ρόλους της, που δεν την άφηναν να πεινάσει.

Στις περισσότερες ταινίες ήταν στο πλευρό του Θανάση Βέγγου, όχι μόνο γιατί εκείνος ξεχώριζε τον επαγγελματισμό της, αλλά γιατί ένιωθε σύντροφος στην ιδεολογία που είχε πληρώσει με αίμα η περήφανη, ατρόμητη, ιδεολόγος Ταϋγέτη. Πείνα, πόλεμοι, κατοχές και η Ταϋγέτη πρεπει να είναι η ισχυρή, δυνατή, να φέρνει λεφτά στο σπίτι, να γεμίζει το τραπέζι φαγητό. Χωρίς να θυμάται πατέρα, έχασε και τη μάνα της, όταν ήταν ακόμα παιδάκι.

Εκείνη επρεπε να φροντίσει μια μικρότερη αδελφής της, ασθενική, ανίκανη για εργασία, που η ζωή της κρέμονταν πάντα από μια αόρατη κλωστή. Η Ταϋγέτη αφοσιώθηκε στην αδελφή της και όλη της η έγνοια ήταν αυτήν και μόνο. Δεν προλάβαινε να ζήσει! Κάτι φλερτάκια, κάποτε, ίσως. Ποτέ της γάμος ή σχέση σοβαρή, με απαιτήσεις για αφοσίωση! Δούλευε στο θέατρο αλλά ποτέ της δεν ακολούθησε τους συναδέλφους της για φαγητό η για παρέα, όπως όλοι έκαναν, μετά τις παραστάσεις.

Έτρεχε πάντα σπίτι, στην αδελφή που την περίμενε κοιτώντας την πόρτα. Και όταν εκείνη, μεγάλη πια, με το βάρος της ηλικίας ασήκωτο, έφυγε πριν την Ταϋγέτη, η ηθοποιός, έσπασε σε κομματάκια, αρνούμενη να συνεχίσει μόνη της να ζει τη κάθε μέρα. Άλλωστε είχε πάρει όρκο να μην ξαναζήσει ποτέ χωρίς εκείνη την αδελφή, που της στέρησε ο θάνατος, μετά έναν μεγάλο, αθέλητο χωρισμό.

Η νεαρή Ταϋγέτη, είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ και συμμετείχε στο ΕΑΜ θεάτρου. Ονειρευόταν έναν πιο δίκαιο κόσμο, με παιδιά που δεν θα μοχθούν να ζουν τα αδέλφια τους και τα ορφανά δε θα είναι παρατημένα στο έλεος της κάθε μέρας. Ονειρεύονταν ένα κόσμο με παιδεία για όλους, ψωμί, δουλειά και τέχνη. Διατράνωνε τα πιστεύω της άφοβα και δυναμικά. Την συνέλαβαν. Της ζήτησαν να αποποιηθεί τη κομμουνιστική της ιδεολογία. Εκείνη, προτίμησε την τιμωρία. Τρίκερι. Γυάρος. Μακρόνησος.

Ξύλο άγριο με κλωτσιές στην κοιλιά και στο κεφάλι. Κατάβρεγμα με παγωμένο νερό μέσα στο χειμώνα. Βασανιστήρια, από κείνα τα εμπνευσμένα από το σαδισμό της κόλασης, να δένουν σε ένα σακί την γυναίκα μαζί με γάτες και να την πετάνε στη θάλασσα. Και μετα πάλι ξύλο. Κάθε μέρα. Μια υπογραφή και όλα θα τέλειωναν. Θα κλείνανε οι πληγές. Θα πέρναγε ο πόνος. Όχι. Δεν υπέγραψε την κρατική δήλωση μετάνοιας.

«Ήμουνα κομμουνίστρια. Δεν μετάνιωσα για ό,τι πέρασα», έλεγε κατανοώντας, όμως, τις σκέψεις και τα συναισθήματα χιλιάδων αριστερών που ναι, υπέγραψαν ή μίλαγαν για τον βασανισμό τους. Μετα την εξορία, έτρεξε να βρει την αδελφή της.

Και η μεγάλη οικογένεια του θεάτρου, χωρίς να νοιαστεί, αν και πως θα τους βαρύνει η πρόσληψη σε δουλειά, έκαναν μια σφιχτή αγκαλιά και της προσφέραν ρόλους σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες και κάθε σεζόν σε θεατρικές παραστάσεις. Και ήταν αυτή η οικογένεια η θεατρική, με την Μελίνα Μερκούρη να θυμώνει και να παίρνει πρωτοβουλία όταν η ηλικιωμένη και πολύ καταβεβλημένη Ταϋγέτη, ζήτησε σύνταξη, χωρίς να ξέρει ποτέ γεννήθηκε και να χει μαζεμένα ένσημα.

Η Μελίνα, ως υπουργός πολιτισμού, κανόνισε να την προσλάβουν στο Εθνικό Θέατρο και παίξει δε παίξει, να παίρνει μισθό, ώσπου να βγει η σύνταξη της. Κάποια στιγμή η άνοια, στέρησε σ αυτό το λαμπρό πνεύμα, τη μνήμη. Και εκείνη η περήφανη αγωνίστρια στις αναλαμπές της, ζητούσε από έναν αόρατο βασανιστή να σταματήσει το ξύλο, να ξεκουραστεί το κορμί της για λίγο. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2003 από εγκεφαλικό.

Δεν την θάψαν με έξοδα του έθνους, με τιμές, σε ειδική θέση και με όλους τους μεγαλόσχημους να παρευρίσκονται στην κηδεία της για να ποζάρουν στους φωτογράφους. Μια ξαδέλφη, κάτι μακρινά ανίψια, μια παγωμένη μέρα με χιονόνερο, είπαν αντίο και έριξαν αυλαία σ εκείνη τη ζωή. Την ζωή της προσφοράς, του ονείρου, της θυσίας, του αγώνα. Λοιπόν, να που τώρα, μοιάζει το χαμόγελο της στις φωτογραφίες της, να της χαρίζει φωτοστέφανο και ναι, να είναι η πιο ωραία απ όλες τις ωραίες!

Σαπφώ Νοταρά: αδυσώπητη, φρικτή, αβυσσαλέα μοναξιά

Εκκεντρική, καλλιτέχνης σε όλα τα κύτταρα της, ασυμβίβαστη, μυστικοπαθής, ατίθαση, χωρίς να σκύβει κεφάλι, παράξενη, αλλόκοτη, βαθύτατα, τρυφερά, σχεδόν σαν ορφανό μωρό, αφίλητο, μοναχική. Ο θεατρικός κόσμος και ο Μάνος Χατζιδάκις και οι διανοούμενοι των περασμένων εποχών, της είχαν πάντα ξεχωριστή αδυναμία, την οποία αυτή δεν καμάρωνε, ούτε σκάρωνε καμώματα για να την κατακτήσει.

Η Σαπφώ Νοταρά ξεκίνησε με σπουδές μπαλέτου και ήταν λένε, γεμάτη χάρη και αρμονία. Και παρότι η ίδια ποτέ της δεν το τόνιζε είχε ένα απ τα ωραιότερα σώματα των καλλονών της εποχής. Είχε πολλές προτάσεις γάμου και κάποιες από πλούσιους άνδρες.

Στα θεατρικά πηγαδάκια συζητιόταν πάντα πως σε μια περιοδεία της, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ήθελε να την κάνει γυναίκα του, ένας μυθικά πλούσιος εργοστασιάρχης, που έριχνε όλη την περιουσία του στα καλλίγραμμα πόδια της.

Της δημιουργούσε τόση απέχθεια, που αισθανόταν πως και μόνο με το να συζητήσει την πρόταση γάμου του, θα πούλαγε την ψυχή της. Εκείνη την ψυχή, που αργότερα ο Γιάννης Τσαρούχης θα μπορούσε να ερωτευτεί και να της το εκμυστηρευτεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Κυριακάτικο Ξύπνημα». Εκείνος, ο ολοένα ανερχόμενος εικαστικός, γλεντζές και γλυκός άνδρας, θέλει μόνο εκείνη από όλες τις γυναίκες, να κάνει το παιδί του! Μόνο μαζί της θα μπορούσε.

Η Σαπφώ με τον καταιγιστικό της τρόπο και πιστεύοντας πως της έχει στήσει πλάκα ο Δημήτρης Χορν, τον βρίζει τόσο, που ο Τσαρούχης ς τρέπεται σε φυγή, τρέχοντας. Πολλά, γερασμένα χρόνια μετά, σε κάποια συνάντηση τους ο Τσαρούχης της λέει, πως όχι, καμία φάρσα δεν της έκανε.

Ήθελε αλήθεια να κάνουν παιδί και να ζήσουν μαζί. Αν δεν είχε τότε βιαστεί να τον αποπάρει, ίσως τότε, η ζωή και των δυο να ήταν διαφορετική. Η Σαπφώ συγκλονίστηκε! Ναι, θα μπορούσε να περάσει μαζί του, μια ζωή, συντροφική, φιλική, διαφορετική και να χει παιδιά και σπίτι και οικογένεια. Φυσικά και χωρίς έρωτα.

Μιας και μια και μόνη φορά ερωτεύτηκε στη ζωή της. Ήταν ο πιο όμορφος νεαρός άνδρας που χε δει ποτέ της. Και ήταν παράφορος και επανασταστάτης με πυρακτωμένο λόγο και βλέμμα. Ήταν τέλειος! Όπως και ο λίγος καιρός που πέρασαν μαζί. Μετα ήρθε η Κατοχή. Το ανταρτικό. Έφυγε ο αγαπημένος της για το βουνό. Κάποτε, τον συνέλαβαν. Εκτελέστηκε; Χάθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Άλλαξε ζωή σε κάποια μακρινή, παγωμένη, διαφορετική χώρα; Η Σαπφώ δε έμαθε ποτέ, αλλά ούτε παντρεύτηκε, ούτε τον ξέχασε, εκείνον, τον φλογερό της αντάρτη!

Στο τέλος της, έμενε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Τα βράδια στέκονταν στην πόρτα και κοιτούσε τον κόσμο να περνάει. Τα νοίκια της, τα πλήρωνε ένας νεαρός θαυμαστής της, ένας επιχειρηματίας, μάλλον δραστηριοποιημένος στο χώρο των εκδόσεων, που ήθελε να μείνει άγνωστος. Και έμεινε! Πέρα απ το κατώφλι της δεν πέρναγε κάνεις. «Για λίγο μένω εδώ» έλεγε, «θα μετακομίσω σύντομα αλλού».

Ποιος ξέρει τι σπίτι με κεραμίδια και ποιο κήπο φυτεμένο με λουλούδια να μυρίζουν, ονειρευόταν. Καλοκαίρι, 13 Ιουνίου του 1985, την βρήκε η αστυνομία, πεθαμένη, δυο μέρες πριν, στη συνηθισμένη της θέση, ανάμεσα στην κουζίνα και στο ψυγείο, σε ένα τραπέζι και στη μέση μια καρέκλα μόνη της, με ένα τσιγάρο, σβηστό, στο χέρι.

Ένας άνθρωπος που είχε φαγάδικο με πατσά και βραστά και της έδινε φαΐ, κάθε μέρα, είχε ανησυχήσει με την απουσία της και κάλεσε την αστυνομία. Τα ρούχα της ήταν όλο μαύρες τρύπες απ τις καύτρες των τσιγάρων της. Και παντού υπήρχαν άδεια, χαρτόκουτα στοιβαγμένα, σ όλα τα σχήματα χαρτόκουτα, σε κάθε μεριά.

Έτοιμα να γεμίσουν με πράγματα που δεν υπήρχαν, για εκείνη την μετακόμιση που δεν θα γινόταν… Ερημιά και αδυσώπητη σιωπή! Εκεί στην Κουμουνδούρου, στο υπόγειο, που δεν έμοιαζε με εκείνη την οδό του Μπλαμαντώ, το κύκνειο άσμα της, που τραγούδησε σε στίχους του Σαρτρ και σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι.

Εκεί, «στην οδό του Μπλαμαντώ, φτάνουν οι κυρίες σωρό, οι λουσάτες με τα βέλο, μα τους λείπει το τσερβέλο και μαζί και το καπέλο. Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ»… Αιωνία η μνήμη αερικών, νεραϊδοπαρμένων, μοναχικών και μοναδικών θεατρίνων… Αυλαία, λοιπόν…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Κυβέλη, Αυλωνίτης, Λογοθετίδης: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Α’)

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Παντελής Ζερβός, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Β’)

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ: «Σπασμένο καράβι» ο μεγαλύτερος έρωτας της Αλίκης Βουγιουκλάκη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Please enter your comment!
Please enter your name here