Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων παρεμβαίνει στη συζήτηση για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, καταθέτοντας προτάσεις για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης, σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τον θεσμό καταγράφεται ιδιαίτερα χαμηλή.

Ακολουθεί αναλυτικά η ανακοίνωση:

1

Οι δικαστές και εισαγγελείς περιβάλλονται από το Σύνταγμα, Διεθνείς Συμβάσεις, αλλά και σειρά ειδικών προβλέψεων στο εσωτερικό μας δίκαιο,  με υψηλές εγγυήσεις ισοβιότητας, υπηρεσιακής εξέλιξης, άσκησης πειθαρχικής εξουσίας και ιδιαίτερης μισθολογικής αλλά και συνταξιοδοτικής μεταχείρισης, που συνθέτουν το πλέγμα προστασίας της λειτουργικής και προσωπικής τους ανεξαρτησίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η προστασία του δικαστικού λειτουργήματος απέναντι στην νομοθετική και εκτελεστική εξουσία αποτέλεσε ιστορικά τον κεντρικό πυρήνα της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, υπό την έννοια ότι οι τελευταίες δεν παρεμβαίνουν στο έργο και στην διαμόρφωση της δικαιοδοτικής κρίσης των δικαστικών λειτουργών.

Παρά τις υφιστάμενες εγγυήσεις, η  Δικαιοσύνη δεν πείθει ότι εκπληρώνει τον θεσμικό της ρόλο και ότι σε σημαντικά ζητήματα οι αποφάσεις της είναι αποτέλεσμα πραγματικά ανεξάρτητης και ανεπηρέαστης κρίσης. Τα ευρήματα αυτά προκύπτουν από την ετήσια έρευνα της Metron Analysis για το 2025, επιβεβαιώθηκαν δε από αντίστοιχη της εταιρείας Kapa Research τον Μάιο του 2026 για λογαριασμό του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ. Κι οι δύο έρευνες ανέδειξαν ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης συγκεντρώνει ιδιαίτερα χαμηλές αξιολογήσεις ως προς την αντιλαμβανόμενη αποτελεσματικότητα αλλά και την αμεροληψία του, στο πλαίσιο της χαμηλής εμπιστοσύνης προς Θεσμούς και Κράτος Δικαίου.

Ειδικότερα η Δικαιοσύνη βρίσκεται πιο χαμηλά στην εμπιστοσύνη του κοινού από τις Ένοπλες Δυνάμεις, την Αστυνομία, τις Ανεξάρτητες Αρχές και την Προεδρία της Δημοκρατίας. Οι πολίτες που συμμετείχαν χαρακτηρίζουν με υψηλά ποσοστά τη Δικαιοσύνη ως αργή, πολιτικά και οικονομικά ελεγχόμενη, ανεπαρκή στην οργάνωση, νομικά δαιδαλώδη και κοινωνικά άδικη, ενώ μόνο ένα 27 – 28 % θεωρεί ότι είναι πολύ και αρκετά ανεξάρτητη.

Παρεμφερή συμπεράσματα αποτυπώνονται και στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ιούνιος 2024, που αφορά όμως το έτος 2022), σε συγκριτική εξέταση με τις άλλες χώρες της ΕΕ και τον εκάστοτε ευρωπαϊκό μέσο όρο.  Συγκεκριμένα στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι  η άποψη της ελληνικής κοινής γνώμης για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι κατά 59 % πολύ κακή ή κακή και  σε ποσοστό 41% καλή ή πολύ καλή, σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό μ.ο. που τα ποσοστά αυτά είναι 37% και 63% αντίστοιχα.

Επίσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην σχετική κλίμακα εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη στην 21η θέση στο σύνολο των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, αναδεικνύεται ότι οι Έλληνες υπολαμβάνουν ως βασική αιτία έλλειψης ανεξαρτησίας των Δικαστηρίων και των Δικαστών τις πιέσεις από την κυβέρνηση και τους πολιτικούς κατά ποσοστό 92% και από οικονομικά συμφέροντα κατά 89%, που βρίσκεται σε αντιστοιχία με το μέσο όρο των πολιτών στην ΕΕ, αλλά σε αρκετά μικρότερο βαθμό και δη σε ποσοστά 75% και 70% αντίστοιχα. Τα ευρήματα αυτά, ανεξαρτήτως αν αντανακλούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μια πραγματική κατάσταση, οριοθετούν ένα υπαρκτό θεσμικό πρόβλημα.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, αντιλαμβανόμενη την κοινωνική αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και στο πλαίσιο της επικείμενης  συνταγματικής αναθεώρησης, παρά τις όποιες δογματικές θεωρητικές διαφωνίες υπάρχουν, διαμορφώνει θέσεις κατεξοχήν στα ζητήματα της δικαιοσύνης που επηρεάζουν αμέσως ή εμμέσως την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος και συνοψίζονται στην :

α) Αλλαγή του τρόπου επιλογής της φυσικής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, β) Πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού αυτοπεριορισμού από την κατάληψη δημοσίων θέσεων και αξιωμάτων για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και γ) Διατήρηση των υφιστάμενων ορίων συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών, όπως οι θέσεις αυτές οροθετήθηκαν στη σχετική από 08-04-2025 συνάντηση της  με εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων[1], καθώς και μεταγενέστερα με τον εισηγητή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κ Ευρυπίδη Στυλιανίδη. Επιπλέον, προτείνει την : δ) Αποσύνδεση της ποινικής δίωξης πολιτικών προσώπων από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και την παραπομπή τους στον φυσικό δικαστή και ε) Διατήρηση του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων και μη Ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Ειδικότερα:

  1. A) Aλλαγή του τρόπου επιλογής της φυσικής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.

Η συνταγματική διάταξη – άρθρο 90 παρ. 5 Σ – να ανατεθεί στο υπουργικό συμβούλιο ο ορισμός της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Διοικητικών Δικαστηρίων, στηρίζεται στην υπαγωγή της επιλογής αυτής στην  αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησής των επιλεγέντων.  Οι αδυναμίες του εν λόγω συστήματος, που εκπορεύονται κυρίως  από τη δημιουργία ενός πρωθυπουργικοκεντρικού τρόπου διακυβέρνησης και την έλλειψη οποιασδήποτε λογοδοσίας στο συγκεκριμένο θέμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δημιουργούν εντυπώσεις για την επιλογή προσώπων όχι με αξιοκρατικά κριτήρια, αλλά με κομματικά, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη μιας τέτοιας παραδοχής.

Κατά τον Δημήτριο Τσάτσο αποτελεί «μόνιμο πεδίο διαβρωτικής επιρροής των κυβερνητικών κομμάτων στα ανώτατα δικαστήρια η προσδοκία της κατάληψης των κορυφαίων αυτών θέσεων»[2], ενώ κατά τον πρώην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στέφανο Ματθία, η Ελληνική Δικαιοσύνη «είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη», επειδή ακριβώς «λειτουργεί υπό τη σκιά της Διοίκησης, δηλαδή του κόμματος που βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία»[3].

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, σε αλληλοδιάδοχες εκθέσεις της για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει σταθερά επισημάνει τις αδυναμίες του ισχύοντος συστήματος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Ειδικότερα, με τη Σύσταση CM/Rec(2010)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με τους δικαστές: ανεξαρτησία, αποδοτικότητα και αρμοδιότητες[4], στις παράγραφούς 46-47, αναγράφονται τα εξής: «Η αρχή που λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την επιλογή και τη σταδιοδρομία των δικαστών θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Με σκοπό την εγγύηση της ανεξαρτησίας της, τουλάχιστον τα μισά μέλη της αρχής θα πρέπει να είναι δικαστές που επιλέγονται από τους συναδέλφους τους. 47.

Ωστόσο, όταν οι συνταγματικές ή άλλες νομικές διατάξεις ορίζουν ότι ο αρχηγός του κράτους, η κυβέρνηση ή η νομοθετική εξουσία λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την επιλογή και τη σταδιοδρομία των δικαστών, μια ανεξάρτητη και αρμόδια αρχή που προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τη δικαστική εξουσία (…) θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να διατυπώνει συστάσεις ή να εκφράζει γνώμες, τις οποίες η αρμόδια αρχή ακολουθεί στην πράξη» [5].

Ακόμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,  με την σύσταση της «2023 Rule of Law Report – Country Chapter on the rule of law situation in Greece» [6], σε συνέχεια προηγούμενης κατά το έτος «2022  Rule of Law Report, Country Chapter on the rule of law situation in Greece, p. 2 όμοιά της», υπέδειξε στην ελληνική κυβέρνηση: «Να λάβει μέτρα για να αντιμετωπίσει την ανάγκη συμμετοχής της δικαστικής εξουσίας στον διορισμό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστών».

Οι εν λόγω συστάσεις συνοψίζονται δηλαδή στο ότι η ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος δεν εξασφαλίζεται επαρκώς όταν οι επιλογές της φυσικής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων ανήκουν καθ’ ολοκληρία σε όργανο άλλης συντεταγμένης εξουσίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στο Υπουργικό Συμβούλιο,  χωρίς καμία εμπλοκή των ίδιων των οργάνων της Δικαιοσύνης.

Η ελληνική κυβέρνηση, με το άρθ. 27 του ν. 5123/2024  («Εκσυγχρονισμός θεσμικού πλαισίου για το ενέχυρο και σύσταση Ενιαίου Ηλεκτρονικού Μητρώου Ενεχύρων επί κινητών, απαιτήσεων και άλλων δικαιωμάτων και άλλες διατάξεις» – ΦΕΚ Α’ 109/19.7.2024), που τροποποίησε το άρθ. 59 § 3 του ν. 4938/2022, εισήγαγε ρύθμιση που προβλέπει τη διατύπωση γνώμης για την επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, κατόπιν σχετικής μυστικής ψηφοφορίας μεταξύ των μελών τους.

Η τελική απόφαση όμως για τις σχετικές επιλογές εξακολουθεί να λαμβάνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (ΥΣ), το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται από την γνώμη των Ολομελειών των Δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απλή κι όχι δεσμευτική. Άλλωστε ισχύει και αντίστοιχη γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, που διατυπώνεται επί καταλόγου προεπιλεγέντων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης προσώπων. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα πρώτο σημαντικό, αν και καθυστερημένο, βήμα προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της ανεξαρτησίας του δικαστικού συστήματος, που χαιρετήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος του νομικού κόσμου της χώρας.

Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι διαμορφώνει μια πολύπλοκη νομική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας διασταυρώνονται η εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική λειτουργία, χωρίς, όμως, ουσιαστικό αντίκρισμα, καθότι απολήγει στην έκφραση μιας ακόμα απλής γνώμης. Μάλιστα, παρότι στην έκθεση της ΕΕ του 2024 για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα αναφέρεται ότι η χώρα μας «εφάρμοσε πλήρως την σύσταση για αντιμετώπιση της ανάγκης συμμετοχής του δικαστικού σώματος στον διορισμό του προέδρου και αντιπροέδρων ΣτΕ, ΑΠ, ΕΣ, λαμβανομένων υπόψη των ευρωπαϊκών προτύπων για τους διορισμούς δικαστών», η εφαρμογή του νόμου αυτού, ανέδειξε στην πράξη και τις αδυναμίες του.

Η Ένωσή Δικαστών και Εισαγγελέων είχε ήδη τονίσει με έμφαση την έλλειψη δεσμευτικότητας μια τέτοιας γνώμης, ήδη από το χρόνο της διαβούλευσης, καταθέτοντας μάλιστα σχετικές προτάσεις βελτίωσης[7].

Περαιτέρω, κατά την επιλογή των Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων του 2024, όποτε και ο εν λόγω νόμος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, η εκτελεστική εξουσία αγνόησε τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι δεν επέλεξε για τις θέσεις αυτές δικαστικούς λειτουργούς που πλειοψήφησαν, σε κάποιες περιπτώσεις και με διπλάσιο ακόμα αριθμό ψήφων έναντί των συναδέλφων τους, και τελικά παρέλειψε χωρίς καμμιά αιτιολογία εγνωσμένης νομικής αξίας και ακεραιότητας δικαστές. Έτσι, διαψεύστηκαν[8] στην πράξη και εκείνοι που υποστήριζαν κατά τη ψήφιση του νόμου ότι η γνωμοδότηση των Ανωτάτων Δικαστηρίων θα είχε μια βαρύτητα που θα άγγιζε τα όρια της δεσμευτικότητας, μιας και περιλαμβάνει κρίση των ίδιων των δικαστικών λειτουργών για τους συναδέλφους τους[9].

Αυτό βεβαία δεν σημαίνει ότι  οι δικαστές που επελέγησαν τελικά είναι ανεπαρκείς ή «ελεγχόμενοι». Γεγονός όμως είναι ότι ανέλαβαν τα νέα τους καθήκοντα με μία σκιά τόσο έναντι της κοινωνίας, όσο και έναντι των προηγηθέντων σε ψήφους και παραληφθέντων συναδέλφων τους, χωρίς να είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι γι’  αυτό. Κι αυτό γιατί ναι μεν η γνωμοδότηση των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων δεν είναι δεσμευτική για την εκτελεστική εξουσία, ωστόσο η αναγνώριση αυτή προϋπέθετε ότι υπάρχει ένα ακρότατο όριο που δεν μπορεί κανείς να υπερβεί, εάν ισχυρίζεται ότι λαμβάνει υπόψη μια συμβουλευτική γνώμη. Διότι σ’ αυτή τη περίπτωση η αναιτιολόγητη παράλειψη ανωτάτων δικαστών που υπερψηφίστηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους, χαρακτηρίζεται ως έλλειψη σεβασμού και περιφρόνηση μιας δημοκρατικής διαδικασίας και όχι ως άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της εκτελεστικής εξουσίας.

Η συμμόρφωση δε με τα ευρωπαϊκά πρότυπα των προαναφερόμενων συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κάνουν αναφορά σε έμπρακτη αναγνώριση της γνωμοδότησης αυτής και δεν αρκούνται σε μία διατύπωση γνώμης δεοντολογικού χαρακτήρα. Άλλωστε, η πιθανή  μελλοντική κατ’ επανάληψη αγνόηση μιας δημοκρατικής διαδικασίας διατύπωσης γνώμης των ανωτάτων δικαστών, καθιστά προσχηματική μεν την επίκληση οποιασδήποτε συμμόρφωσης της εκτελεστικής εξουσίας με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ευτελίζει δε την διαδικασία της ψηφοφορίας και την μετατρέπει σε μέρος του πολιτικού παιχνιδιού[10].

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο λοιπόν  έγκειται ένα σοβαρό έλλειμα του κράτους δικαίου, το οποίο δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από την έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, η παρέμβαση του τυπικού νομοθέτη πρέπει να εκληφθεί ως μια λύση προσωρινή και υπό την έννοια αυτή, η αναθεώρηση του άρθρου 90, παρ. 5 Συντάγματος είναι πράγματι αναγκαία και εκκινεί από την απεριόριστη ευχέρεια της Κυβέρνησης να διορίζει αναιτιολόγητα τα προεδρεία των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Η Ένωσή Δικαστών και Εισαγγελέων από το 2016 έχει θέσει ως προτεραιότητα μιας συνταγματικής αναθεώρησης την αλλαγή του τρόπου ορισμού της φυσικής ηγεσίας, ώστε να μην αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της κυβέρνησης, αλλά να διέρχεται μέσα από μια εσωτερική διαδικασία επιλογής του ίδιου του Δικαστικού Σώματος. Έτσι, σε πρώτο στάδιο, η κρίση όλου του Δικαστικού Σώματος που γνωρίζει τις διοικητικές ικανότητες, την νομική επάρκεια και το ήθος των υποψηφίων προς προαγωγή συναδέλφων του, είναι ένας δημοκρατικότερος και δικαιότερος τρόπος ανάληψης τόσο σημαντικών αξιωμάτων, ώστε να επιλεγούν τελικά οι ικανότεροι εξ αυτών.

Σε δεύτερο στάδιο, η τελική επιλογή, υποχρεωτικά από συγκεκριμένο αριθμό υποψηφίων που έχουν υποδειχθεί από το Δικαστικό Σώμα, πρέπει να ανατεθεί στη Βουλή. Με το τρόπο αυτό θα διευρυνθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της επιλογής της φυσικής ηγεσίας της δικαιοσύνης και θα ενισχυθεί η διαφάνεια της σχετικής διαδικασίας, διασφαλίζοντας ότι το επιλεγόμενο πρόσωπο δεν θα είναι μια απλή κομματική επιλογή, αλλά αυξημένου κύρους και ικανοτήτων και ευρύτερης αποδοχής.

Η επιχειρηματολογία που αντιτίθενται στην (αρχική) εσωτερική διαδικασία επιλογής από όλο το Δικαστικό Σώμα, αναφέρεται σε ενδεχόμενη στεγανοποίηση της δικαιοσύνης, που  δεν εναρμονίζεται με το πολύπλοκο σύστημα αντιβάρων που ιστορικά έχει διαμορφωθεί μεταξύ της εκτελεστικής, της νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας[11] και στην υπονόμευση της εσωτερικής δικαστικής ανεξαρτησίας με την εμφάνιση φαινομένων φατριασμού και ψηφοθηρίας[12]. Οι θέσεις αυτές όμως δεν είναι πειστικές, σε κάθε περίπτωση άνευ αντεπιχειρημάτων, καθώς η ανάδειξη της δικαστικής ηγεσίας από διαδικασίες αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων ολοκληρώνει το σύστημα του άρθρ. 90 παρ. 1-4 Σ, που δομείται στην αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και είναι σίγουρα πιο εναρμονισμένη με το δικαιοκρατικό πνεύμα του Συντάγματός, παρά όταν αποτελεί μια μονοκομματική πολιτική επιλογή.

Όμως και η εμφάνιση φαινομένων ομαδοποιήσεων και ψηφοθηρίας κατά την προτεινόμενη διαδικασία επιλογής είναι περισσότερο απομακρυσμένη λόγω της συμμετοχής στην διαδικασία αυτή όλου του Δικαστικού Σώματος, γεγονός που εκ των πραγμάτων καθιστά δυσκολότερη την εν λόγω προοπτική σε σχέση με τον περιορισμένο αριθμό δικαστών – εκλεκτόρων, όπως για παράδειγμα εκείνο των μελών ενός ανωτάτου δικαστηρίου.

Εξάλλου, φαντάζει τουλάχιστον υποκριτική η κατοχύρωση της ίδιας θεσμικής αξιοπιστίας τόσο για τον νεότερο όσο και για τον αρχαιότερο Δικαστή και η εμπιστοσύνη προς αυτούς να αφορά μόνο τη λήψη αποφάσεων για όλα τα κρίσιμα ζητήματα, να αμφισβητείται όμως η ακεραιότητα τους να υποδείξουν -σε πρώτο, μάλιστα, μόνο στάδιο- τους συναδέλφους τους οι οποίοι είναι ικανοί να ηγηθούν των ανωτάτων δικαστηρίων.

Β) Πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού αυτοπεριορισμού στην κατάληψη δημοσίων θέσεων και αξιωμάτων από συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς.

Κατά το άρθρο 89 Σ ο εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός απαγορεύεται  να παρέχει κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα. Επίσης, απαγορεύεται να ασκεί διοικητικά καθήκοντα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις και να συμμετέχει στην Κυβέρνηση. Από την μέχρι σήμερα θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος της δικαστικής ανεξαρτησίας διαπιστώνει κανείς ότι η έρευνα των απαγορευμένων παρεμβάσεων εστιάζεται και εξαντλείται μόνο στον χρόνο άσκησης των δικαστικών καθηκόντων[13].

Τα τελευταία χρόνια όμως έχει παρατηρηθεί έντονα το φαινόμενο, δικαστικοί λειτουργοί μετά την αφυπηρέτησή τους από το δικαστικό́ σώμα να διορίζονται σε δημόσιες θέσεις ευθύνης ή ανεξάρτητες αρχές, ακόμα και να εντάσσονται στην εκτελεστική εξουσία. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η καλλιέργεια αυτής της προσδοκίας στους δικαστικούς λειτουργούς από τους εκπροσώπους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, με σημαντικές μάλιστα οικονομικές απολαβές και μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες, εναρμονίζεται με το άρθρο 26 Σ και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Κι αυτό,  καθώς δημιουργεί μια πιθανή σχέση αλληλεξάρτησης, ενδέχεται δε να κατευθύνει το δικαστικό έργο και να ευνοεί τις προϋποθέσεις παρέμβασης των δύο άλλων εξουσιών στην δικαστική λειτουργία, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται αντικειμενικά́ το σπουδαιότερο θεσμικό́ χαρακτηριστικό́ της δικαιοσύνης, η ανεξαρτησία της.

Σε διεθνές ή ευρωπαϊκό επίπεδο είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει νομοθετική απαγόρευση ευθέως στους συνταξιούχους δικαστές να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα. Υπάρχουν όμως soft law κείμενα, που τονίζουν την ανάγκη ουδετερότητας, ανεξαρτησίας και αποφυγής πολιτικοποίησης των δικαστών. Ειδικότερα, οι αρχές που προωθούνται από τη Magna Carta των Δικαστών και άλλες συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης υπογραμμίζουν την ανάγκη για προσοχή και διαφάνεια όταν δικαστές αναλαμβάνουν δημόσιες θέσεις, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαστική ανεξαρτησία.

Ειδικότερα, η  Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (γνωστή ως GRECO), στα πλαίσια του 4ου κύκλου αξιολόγησης της Ελλάδας, που υιοθετήθηκε κατά την 68η Ολομέλειά της στο Στρασβούργο, στις 15-19 Ιουνίου 2015 και επαναλήφθηκε κατά την 77η Σύνοδο της Ολομέλειας της στο Στρασβούργο, στις 16-18 Οκτωβρίου 2017,  αναφέρεται στην παρ. 102 με θέμα «Απαγόρευση ή περιορισμός ορισμένων δραστηριοτήτων- Ασυμβίβαστα και επικουρικές δραστηριότητες- Περιορισμοί που ισχύουν μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία» ότι:

« ….. Η GET (Ομάδα αξιολόγησης της GRECO) σημείωσε ορισμένες ανησυχίες που εξέφρασε η κοινωνία των πολιτών σχετικά με την εν λόγω επικουρική απασχόληση ή την απασχόληση μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία (δικαστών) σε άλλους κρατικούς φορείς, όπως ανεξάρτητες υπηρεσίες, αλλά και στην υπηρεσία πολιτικών προσώπων, όπως λέγεται, ή σε διαιτητικές διαδικασίες. Θεωρεί ότι δεν απαιτούν περαιτέρω εξέταση δεδομένων των άλλων τομέων προτεραιότητας που προσδιορίζονται στην παρούσα έκθεση, αλλά η Ελλάδα ίσως χρειαστεί να μελετήσει αυτά τα ζητήματα», εκφράζοντας δηλαδή σαφέστατα τους προβληματισμούς της για την πρακτική αυτή κατάληψης δημοσίων αξιωμάτων δικαστικών λειτουργών αμέσως μετά το χρόνο αφυπηρέτησης.

Επιπρόσθετα επιχειρήματα υπέρ του αυτοπεριοσμού των αφυπηρετούντων δικαστικών λειτουργών, μπορούν να αντληθούν από την 2018/C 65/06 Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 31.1.2018 «περί κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής», σύμφωνα με την οποία  επιβάλλεται η υποχρέωση στα πρώην μέλη της Επιτροπής να γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα εντός περιόδου δύο (2) ετών που έπονται της λήξης της θητείας τους. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 245 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προβλέπει την υποχρέωση των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να τηρούν καθήκοντα εντιμότητας και διακριτικότητας ως προς την αποδοχή, μετά τη λήξη της θητείας τους, ορισμένων θέσεων ή ορισμένων πλεονεκτημάτων.

Πρόκειται δηλαδή για περιορισμό που αποσκοπεί στην τήρηση από τα μέλη της Επιτροπής των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα καθήκοντά τους, τα οποία εξακολουθούν να έχουν επιπτώσεις μετά τη θητεία τους, ιδίως από το καθήκον να συμπεριφέρονται με εντιμότητα και διακριτικότητα[14]. Συναφές ζήτημα απασχόλησε την Κυπριακή Δημοκρατία, που από το 2007 εφαρμόζει το νόμο περί ελέγχου ανάληψης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα από πρώην κρατικούς αξιωματούχους για χρονικό διάστημα  δύο (2) ετών από την αφυπηρέτησή τους, η οποία τελεί υπό τον όρο λήψης σχετικής προηγουμένως άδειας από ανεξάρτητη τριμελή επιτροπή. Τον Νοέμβριο του 2022 μάλιστα αποφασίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής η επέκταση εφαρμογής του νόμου αυτού και στους δικαστικούς λειτουργούς[15].

Τέλος, η Διεθνής Ένωση Δικαστών, κατά τη διάρκεια της 60ης Ετήσιας Γενικής Συνέλευσής της στο Σαντιάγκο της Χιλής, επικύρωσε τις προβλέψεις της Παγκόσμιας Χάρτας του Δικαστή, όπου στο άρθρο 8-3 προβλέπεται ότι «μετά τη συνταξιοδότησή του, ο δικαστής μπορεί να ασκεί άλλη νομική επαγγελματική δραστηριότητα, εάν αυτή δεν είναι ηθικά ασυμβίβαστη με την προηγούμενη νομική του δραστηριότητα»[16].

Το ζήτημα αναδείχθηκε για πρώτη φορά  στο δημόσιο λόγο  την 5η  Απρίλιο του 2013, από τους Δικαστές Χριστόφορο και Χαράλαμπο Σεβαστίδη, ως τότε μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, με αίτημα να υποβληθεί σχετική πρόταση περί ανάληψης σχετικής πρωτοβουλίας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που απορρίφθηκε από τα υπόλοιπα δεκατρία (13) μέλη του Δ.Σ. Τον Δεκέμβριο του 2018, ενόψει της τότε Συνταγματικής Αναθεώρησης και στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, στις 15.12.2018, με πλειοψηφία 55% το Δικαστικό Σώμα τάχθηκε υπέρ της «απαγόρευσης συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρησή τους από το Σώμα», 29,50% προέκρινε η απαγόρευση αυτή να τελεί υπό προϋποθέσεις και το 15,50%  ψήφισε να μην ρυθμιστεί το θέμα, καθώς αποτελεί ζήτημα του κοινού νομοθέτη. Το αποτέλεσμα αυτό κοινοποιήθηκε στους αρμόδιους φορείς, χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση από τα μεγάλά πολιτικά κόμματα. Υιοθετήθηκε όμως από τον Πρόεδρο του ΔΣΑ, που το ανέδειξε μάλιστα στις 21.2.2020 στη δημόσια συζήτηση ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου. Τέλος, επαναφέρθηκε ως αίτημα από την Ένωσή μας κατά τη διάρκεια του διεθνούς Forum «Η Ελλάδα το 2040», που διοργανώθηκε από την Επιτροπή «Ελλάδα 2021» και με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση.

 Σε νομοθετικό επίπεδο, προβλέφθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 3 ν. 4963/2022, όπως τροποποιήθηκε με ν. 5049/2023, περί «Σύστασης Δικαστικής Αστυνομίας και λοιπές επείγουσες  διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης» ότι: «Της Διεύθυνσης Δικαστικής Αστυνομίας προΐσταται συνταξιούχος ανώτατος ή ανώτερος δικαστικός λειτουργός ο οποίος έχει αφυπηρετήσει τουλάχιστον δύο (2) χρόνια πριν από την έκδοση της δημόσιας πρόσκλησης του τρίτου εδαφίου», που αποτελεί ένα πρώτο θετικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Αποτελεί δε πλέον και επίσημη πρόταση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, και ειδικότερα να προβλεφθεί στο άρθρο 89 Σ ότι «Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή τους με οποιαδήποτε ιδιότητα στην Κυβέρνηση, η τοποθέτησή τους σε πολιτικές θέσεις ή η τοποθέτησή τους σε ανεξάρτητες αρχές για τρία τουλάχιστον χρόνια από την αφυπηρέτησή τους».

Η Ένωση  Δικαστών και Εισαγγελέων με επιμονή και συνεπή στάση, προτείνει τη συνταγματική ρύθμιση του συγκεκριμένου ζητήματος, με την πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού περιορισμού στην κατάληψη δημοσίων θέσεων και αξιωμάτων από συνταξιούχους δικαστικούς για ένα εύλογο χρονικό διάστημα τριετίας, ώστε η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου να απομακρύνεται χρονικά από την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων του. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται θεσμικά η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, καθώς μειώνονται οι υποψίες επιρροής δικαστών από πολιτικά κέντρα προς διασφάλιση μελλοντικά κρατικών θέσεων κι αποτρέπει εικασίες για «κλειστά δίκτυα» ή ευνοϊκές μετακινήσεις. Ευνοούνται δε όροι διαφάνειας και αμεροληψίας, καθώς δικαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως επηρεασμένες από προσωπικά κίνητρα.

Η κριτική που ασκείται εναντίον μας τέτοιας ρύθμισης, ότι δηλαδή περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας των δικαστών, παραβλέπει το γεγονός ότι όπως όλοι οι προβλεπόμενοι, στο σύνταγμα και στους νόμους, περιορισμοί, έτσι κι αυτός επιδιώκει έναν απόλυτα θεμιτό σκοπό, που είναι ανάλογος της διασφάλισης της ανεξαρτησίας των δικαστών έναντι των εκπροσώπων των δύο άλλων εξουσιών, έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και τέλος αφορά μόνο την κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων και θέσεων και όχι άλλη ιδιωτική δραστηριότητα.

Επιπλέον, το ίδιο απρόσφορος είναι και ο ισχυρισμός περί περιορισμού και στέρησης του δημοσίου από ικανούς, εγνωσμένης αξίας και εμπειρότατους δικαστικούς λειτουργούς, τις υπηρεσίες των οποίων θα στερηθεί, καθώς ο περιορισμός αυτός έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, ενώ η αξιοσύνη και η ικανότητα πιθανών υποψηφίων δεν μειώνεται, ούτε εξαντλείται μετά το πέρας  εύλογου χρονικού διαστήματος. Και

Γ) Διατήρηση υφιστάμενων ορίων συνταξιοδότησης δικαστικών λειτουργών.

Στο Σύνταγμα του 1911 προβλέπονταν ότι οι Ανώτατοι Δικαστές αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία όταν συμπληρώσουν το 75ο έτος ενώ το κατώτατο όριο αποχώρησης ορίζονταν στο 65ο έτος. Στο Σύνταγμα του 1925 προβλέπονταν υποχρεωτική αποχώρηση των Αρεοπαγιτών και των Προέδρων και Εισαγγελέων Εφετών στο 75ο έτος της ηλικίας τους. Στο Σύνταγμα του 1927 μειώθηκε το ανώτατο όριο αποχώρησης για τα μέλη του Αρείου Πάγου και τους Προέδρους Εφετών στο 70ο έτος της ηλικίας τους και για τους υπόλοιπους στο 67ο.

Στο Σύνταγμα του 1948 και στη συνέχεια του 1952 διατηρήθηκε το 70ο έτος για τους ανώτατους Δικαστές και μειώθηκε στο 65ο έτος για τους υπόλοιπους. Τα ίδια όρια διατήρησε και το χουντικό ψευτο-Σύνταγμα του 1968. Το Σύνταγμα τέλος του 1975 μείωσε περισσότερο το ανώτατο όριο αποχώρησης των ανωτάτων δικαστών σ’ αυτό των 67 ετών, διατηρώντας το κατώτατο όριο για τους υπόλοιπους σ’ αυτό των 65 ετών.

Η επιλογή αυτή του συντακτικού νομοθέτη οφείλεται στις παρεμβάσεις, από τη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά (ΑΝ 1912/1939), από τις κατοχικές κυβερνήσεις (ΝΔ 266/1941, ΝΔ 1380/1942) και από κυβερνήσεις κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (ΑΝ 721/1945),  στον καθορισμό του ορίου ηλικίας, με σκοπό την εκκαθάριση του δικαστικού σώματος από πρόσωπα “μη αρεστά’’ και την προώθηση άλλων που θεωρούνταν “ημέτεροι” στην εκτελεστική εξουσία. Η σταδιακή αυτή όμως μείωση του ανώτατου ορίου ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών συμβαδίζει και με την κοινωνική πρόοδο, ως συνέχεια κοινωνικών κατακτήσεων.

Υπό τις σκέψεις αυτές, στο άρθρο 88 Σ μπορεί κανείς να διαγνώσει μια εξισορροπητική διάθεση του συντακτικού νομοθέτη. Ενώ, δηλαδή στην παρ. 4 προβλέπει περιοριστικά τους λόγους παύσης των δικαστικών λειτουργών, έτσι ώστε ο δικαστής να μην μπορεί να εξαναγκαστεί σε αποχώρηση για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα, ρύθμιση αυτή ενισχύει την προσωπική του ανεξαρτησία και τον προστατεύει από εξωτερικές παρεμβάσεις.

Ωστόσο, αυτή η ισχυρή προστασία δεν οδηγεί σε ισόβια παραμονή στο δικαστικό σώμα, καθώς στην παρ. 5, θέτει ανώτατο όριο ηλικίας και επιβάλλει την υποχρεωτική αποχώρηση του δικαστή όταν αυτό συμπληρωθεί. Έτσι, το δικαστικό λειτούργημα αντιμετωπίζεται ως καθήκον, το οποίο πρέπει να προστατεύεται με ισχυρές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, αλλά και ως άσκηση εξουσίας, η οποία πρέπει να ασκείται με συγκεκριμένο χρονικό όριο. Αποτελεί συνεπώς μια διάταξη σαφή, ανεπιφύλακτη και δεν είναι δεκτική αντίθετης ερμηνείας.

Έχει κριθεί, περαιτέρω, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 21ης Ιουλίου 2011 (σε συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-159/10 και C-160/10 Gerhard Fuchs και Peter Köhler κατά Land Hessen, που αφορά δυο Γερμανούς Εισαγγελείς που συνταξιοδοτήθηκαν υποχρεωτικά στα 65 έτη) ότι δεν αντιβαίνει στην οδηγία 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, ο νόμος ο οποίος προβλέπει την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση των μόνιμων ή ισόβιων δημόσιων υπαλλήλων ή λειτουργών, και συγκεκριμένα των Εισαγγελέων του Ομόσπονδου Κρατίδιου της Έσσης, όταν συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον με τον νόμο αυτό επιδιώκεται ο στόχος της δημιουργίας μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης, με σκοπό την παροχή κινήτρων για την πρόσληψη και επαγγελματική προώθηση των νέων, τη βέλτιστη δυνατή διαχείριση του προσωπικού και τη συνακόλουθη αποφυγή ένδικων διαφορών σχετικά με την ικανότητα του μισθωτού να ασκεί τα καθήκοντά του μετά από ορισμένη ηλικία και εφόσον ο εν λόγω νόμος καθιστά δυνατή την επίτευξη του στόχου αυτού με πρόσφορα και αναγκαία μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και στατιστικά στοιχεία.  (βλ. σκέψεις 75, 82-83, διατακτ. 1-2).

Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με την απόφασή του  663/2012 στην υπόθεση (Case C-286/12 European Commission v Hungary), όπου η Ουγγαρία μείωσε το όριο υποχρεωτικής συνταξιοδότησης των δικαστών, εισαγγελέων και συμβολαιογράφων από τα 70 στα 62 έτη, επικαλούμενη την «ισορροπημένη ηλικιακή δομή» και την «απασχόληση των νέων», ακύρωσε το μέτρο, στερούμενο συνοχής και αναλογικότητας, με την αιτιολογία ότι δεν αρκεί η επίκληση ενός «θεμιτού στόχου» (όπως στην προαναφερόμενη υπόθεση Fuchs και Köhler), αλλά ο τρόπος εφαρμογής του πρέπει να είναι σταδιακός, δίκαιος και να μην διαταράσσει τη λειτουργία του κλάδου. Αλλά και σε εθνικό επίπεδο, το ΣτΕ  με την πρόσφατη απόφαση του 805/2025 – αναφορικά με τα ηλικιακά όρια εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών – επιβεβαιώνει σταθερά ότι η ρύθμιση της ηλικιακής πυραμίδας συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος που εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ.

Τέλος, ο Άρειος Πάγος με την 51/2017 απόφαση του έκρινε ότι η ρήτρα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης στον ιδιωτικό τομέα δεν συνιστά κατ’ αρχήν παράνομη διάκριση λόγω ηλικίας, ούτε αντιβαίνει στην οδηγία 2000/78, εφόσον προβλέπεται από συλλογική σύμβαση ή νομοθετική ρύθμιση και συνδέεται τόσο με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας, όσο και με τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης. Η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας μπορεί να δικαιολογηθεί όταν εξυπηρετεί θεμιτούς σκοπούς πολιτικής απασχόλησης, όπως η ανανέωση του εργατικού δυναμικού, η διευκόλυνση της πρόσβασης των νέων στην αγορά εργασίας και η διατήρηση ισορροπημένης ηλικιακής διάρθρωσης.

            Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων στην ΓΣ του 2018 αποφάσισε με ποσοστό 70,1% να μην υπάρξει «καμία αλλαγή στα υφιστάμενα όρια συνταξιοδότησης». Αν και το άρθρο 88 παρ. 5 Σ δεν αποτελεί αναθεωρητέα διάταξη, ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη ΓΣ της Εν.Δ.Ε. το Δεκέμβρη του 2024 και 2025, άφησε περιθώρια η αύξηση αυτή να πραγματοποιείται σε εθελοντική βάση – κατόπιν αιτήματος του δικαστικού λειτουργού και μέχρι την ηλικία των 70-72 ετών κατ’ ανώτατο όριο.

Η πρόταση αυτή αποτελεί συνέχεια των σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχεδιασμών για παράταση του εργάσιμου βίου, με συνήθη επιχειρήματα υπέρ της ενεργούς γήρανσης του πληθυσμού, της αδυναμίας των ασφαλιστικών συστημάτων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, της δήθεν αξιοποίησης των δυνατοτήτων των ηλικιωμένων ανθρώπων για συμμετοχή, ψυχική ισορροπία, βελτίωση της ποιότητας ζωής τους  και  της ψευδώς εννοούμενης αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών.

Η αύξηση όμως του ηλικιακού ορίου αποχώρησης από την υπηρεσία για τους δικαστικούς λειτουργούς δεν είναι θέμα στενά συντεχνιακό, αλλά βαθύτερα κοινωνικό. Ενδεχόμενη αλλαγή του απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις όλων των εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, των οποίων τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης θα υποστούν ανάλογη αύξηση.

Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας εργασίας έως το 70ό ή 72ο έτος της ηλικίας παρουσιάζεται θεωρητικά ως δικαίωμα επιλογής, ωστόσο στην πράξη λειτουργεί ως οικονομικός καταναγκασμός. Η ανεπάρκεια των υφιστάμενων συνταξιοδοτικών παροχών να καλύψουν το βασικό κόστος διαβίωσης εκμηδενίζει την ελευθερία βούλησης. Η τάση αυτή επιτείνεται και από τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία έχει κρίνει αντισυνταγματικά τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης των συντάξεων.

Ως εκ τούτου, η παράταση του εργασιακού βίου καθίσταται μονόδρομος επιβίωσης, παρά τη φυσιολογική κάμψη των ψυχοσωματικών αντοχών. Η μετατροπή της σύνταξης σε παροχή που προσεγγίζει το βιολογικό όριο ζωής αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ως ανταποδοτικού κοινωνικού δικαιώματος, για το οποίο έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενες εισφορές. Η αποδοχή αυτής της συνθήκης ισοδυναμεί με παραίτηση από τις θεσμικές εγγυήσεις της κοινωνικής πρόνοιας και μετακινεί το βάρος της ασφαλιστικής προστασίας αποκλειστικά στην ατομική εργασιακή ικανότητα.

Επιπλέον, η συνταγματική επέκταση των ορίων ηλικίας των δικαστικών λειτουργών επιφέρει άμεση κατάληψη των ανώτατων οργανικών θέσεων για εκτενέστερο χρονικό διάστημα. Όταν οι ανώτατες βαθμίδες παραμένουν κατειλημμένες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ανακόπτεται η φυσική ροή προαγωγών, σε μια περίοδο μάλιστα, που μετά την εφαρμογή του νόμου της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αναδίδονται ήδη ζητήματα τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια επετηρίδα.

Επιπλέον, φαλκιδεύονται τα δικαιώματα των επόμενων γενεών, αφού κατ’ επέκταση, περιορίζονται οι θέσεις εισαγωγής για τους νέους νομικούς. Η εξέλιξη αυτή επιτείνει το πρόβλημα της υποαπασχόλησης των νέων επιστημόνων υψηλών προσόντων, διαταράσσοντας την αρχή της ισότητας των ευκαιριών και την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των γενεών (intergenerational equity), η οποία έχει αναγνωριστεί ρητά από τη νομολογία του ΔΕΕ ως θεμιτός στόχος κοινωνικής πολιτικής και απασχόλησης[17].

Τέλος, το δικαστικό και εισαγγελικό λειτούργημα χαρακτηρίζεται από υψηλή πνευματική ένταση και παρατεταμένη ψυχολογική πίεση. Η διατήρηση άκαμπτων, προβλέψιμων και αντικειμενικών ορίων ηλικίας —όπως αυτά αποτυπώνονται στο άρθρο 88 παράγραφος 5 του Συντάγματος — συνιστά αντικειμενική θεσμική εγγύηση. Η θέσπιση ενός γενικού κανόνα εξόδου από την υπηρεσία βασίζεται στη στατιστική παραδοχή της σταδιακής κάμψης των ανθρώπινων ψυχοσωματικών αντοχών.

Αν και υφίστανται μεμονωμένες εξαιρέσεις λειτουργών που διατηρούν αναλλοίωτη την πνευματική τους διαύγεια σε προχωρημένη ηλικία, η νομική επιστήμη επιτάσσει τη ρύθμιση των θεσμών βάσει γενικών, αφηρημένων και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι επί τη βάσει εξατομικευμένων αξιολογήσεων.

Όπως έχει κριθεί νομολογιακά (βλ. ΔΕΕ Fuchs, σκέψη 50)[18], η αποφυγή ad hoc ελέγχων ικανότητας για υπερήλικες λειτουργούς προστατεύει την προσωπική αξιοπρέπεια των λειτουργών και αποτρέπει εσωτερικές υπηρεσιακές συγκρούσεις. Ως εκ τούτου, το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα για την ορθοκρισία, την ταχύτητα και την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης, διαφυλάσσοντας το κύρος και την αξιοπιστία των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Δ) Αποσύνδεση της ποινικής δίωξης πολιτικών προσώπων από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και την παραπομπή τους στον φυσικό δικαστή – άρθρο 86 Σ.

Το άρθρο 86 του Συντάγματος θεσπίζει ειδικό καθεστώς για την ποινική ευθύνη των υπουργών, αποκλίνοντας από τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τους λοιπούς πολίτες. Η συνταγματική αυτή ρύθμιση εμφανίζει δύο βασικές όψεις.

Πρώτον, η απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού για αδίκημα που φέρεται να τελέστηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν λαμβάνεται από τις εισαγγελικές αρχές, αλλά από τη Βουλή, η οποία διαθέτει την αποκλειστική σχετική αρμοδιότητα.

Δεύτερον, σε περίπτωση που αποφασιστεί από τη Βουλή η άσκηση δίωξης, η υπόθεση κρίνεται από Δικαστικό Συμβούλιο το οποίο αποφασίζει επί της παραπομπής ή μη και η υπόθεση δεν εκδικάζεται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, αλλά από το Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο συγκροτείται από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.

Το προνόμιο που εισάγει το άρθρο 86 είναι αποκλειστικά δικονομικού χαρακτήρα. Δεν επηρεάζει ούτε περιορίζει την ύπαρξη ή την έκταση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, ούτε εισάγει ιδιαίτερους κανόνες ως προς τον χαρακτηρισμό των πράξεων ή την επιβολή των ποινών. Τα ζητήματα αυτά εξακολουθούν να διέπονται από τις γενικές διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και για κάθε άλλο πρόσωπο.

Επομένως, η ιδιαιτερότητα του άρθρου 86 εντοπίζεται αποκλειστικά στη διαδικασία δίωξης και εκδίκασης των σχετικών αδικημάτων και όχι στην ουσία της ποινικής ευθύνης των κυβερνητικών αξιωματούχων[19].

Ο θεσμός της ειδικής διαδικασίας απόδοσης ευθύνης στους κυβερνώντες έχει τις ρίζες του στη βρετανική συνταγματική παράδοση. Η αρχή ότι ο Βασιλιάς είναι πολιτικά ανεύθυνος και η απόδοση σε αυτόν ενός οιονεί «αλάθητου» (The King can do no wrong) οδήγησε στη δημιουργία του θεσμού του impeachment, μέσω του οποίου η Βουλή των Κοινοτήτων έχει την αρμοδιότητα να ασκεί τη δίωξη και η Βουλή των Λόρδων επιφορτίζεται με την εκδίκασή της.

Αν και ο θεσμός αυτός έχει πλέον πέσει σε αχρησία στη Βρετανία από το 1804, επηρέασε βαθιά τα ευρωπαϊκά κοινοβουλευτικά συστήματα, τα οποία υιοθέτησαν ειδικές διαδικασίες για την ποινική ευθύνη των κυβερνώντων, με συμμετοχή είτε της Βουλής είτε ειδικών δικαστηρίων. Ωστόσο, στη σύγχρονη Ευρώπη παρατηρείται σταδιακά τάση περιορισμού της εμπλοκής των κοινοβουλίων στις σχετικές διαδικασίες και ενίσχυσης του ρόλου των δικαστικών αρχών.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν χώρες όπως η Βρετανία και Ιρλανδία – όπου, μετά τον παραμερισμό του impeachment, οι Υπουργοί δικάζονται κατά τις κοινές διατάξεις, η Γερμανία – όπου ο Θεμελιώδης Νόμος (Σύνταγμα) της Βόννης δεν περιέχει καμία διάταξη για την ευθύνη των Υπουργών, οι οποίοι είναι δυνατόν να «παραμεριστούν» μόνο με την άσκηση και ευόδωση πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, μέσω του Καγκελαρίου, η Ισπανία – όπου μόνο για εγκλήματα «κατά της ασφάλειας του κράτους» απαιτείται άδεια της Βουλής, στις λοιπές περιπτώσεις οι Υπουργοί δικάζονται κατά τις κοινές διατάξεις, η Ιταλία – όπου το Κοινοβούλιο περιορίζεται στη δυνατότητα να σταματήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινική δίωξη που ασκεί η δικαστική εξουσία και η Γαλλία – όπου δεν απαιτείται άδεια της Βουλής για την ποινική δίωξη, αλλά η εκδίκαση γίνεται από σώμα με αμιγώς πολιτική σύνθεση[20].

Η ρύθμιση του άρθρου 86 Σ έχει επικριθεί διότι έρχεται σε σύγκρουση και αναιρεί ολοκληρωτικά τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας (Σ 4 παρ. 1) και της διάκρισης των εξουσιών (Σ 26), διότι η διαδικασία που καθιερώνεται με την άσκηση ποινικής δίωξης από την Βουλή και όχι από την εισαγγελική αρχή δεν αιτιολογείται από ικανούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οπότε και συνιστά μη επιτρεπτή περίπτωση διασταύρωσης λειτουργιών[21].

Οι λόγοι που δικαιολογούν ενδεχομένως την παροχή αυξημένων δικονομικών εγγυήσεων στα μέλη της Κυβέρνησης αποσκοπούν στην αποτροπή της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κυβερνητικής δράσης. Ωστόσο, η παροχή των εγγυήσεων αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την εμπλοκή της Βουλής και του πολιτικού συστήματος στη διαδικασία ποινικής δίωξης.

Το επιχείρημα ότι η ποινική κατηγορία κατά ενός υπουργού δεν έχει μόνο νομικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα[22] και ότι, για τον λόγο αυτό, πρέπει να συμμετέχει στη διαδικασία και η Βουλή, είναι αμφισβητήσιμο. Η διαπίστωση του αν ένα πρόσωπο παραβίασε τον ποινικό νόμο αποτελεί κατεξοχήν νομική κρίση, ανεξάρτητα από το αξίωμα που κατέχει ή κατείχε ο φερόμενος ως δράστης. Η ιδιότητα του υπουργού δεν μεταβάλλει τη φύση αυτής της αξιολόγησης ούτε την καθιστά πολιτική. Η ποινική ευθύνη των υπουργών αποκτά πολιτική διάσταση, επειδή στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα πολιτικές διαφωνίες και λανθασμένοι χειρισμοί δημόσιων υποθέσεων μετατρέπονται σε ζητήματα ποινικής ευθύνης και οι εξαγγελίες ποινικών διώξεων κατά πολιτικών αντιπάλων έχουν σε μεγάλο βαθμό υποκαταστήσει τον ουσιαστικό πολιτικό διάλογο.

Έτσι, η ανάμειξη της Βουλής τείνει να προσδίδει πολιτικό χαρακτήρα στην εξέταση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, με αποτέλεσμα η διαδικασία να επηρεάζεται από κομματικές αντιπαραθέσεις, πολιτικές σκοπιμότητες ή συμβιβασμούς, οι οποίοι ενδέχεται να απομακρύνουν τη συζήτηση από το ουσιαστικό νομικό ζήτημα.

Για τους λόγους αυτούς, πρόταση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων αποτελεί  η απόφαση περί άσκησης της ποινικής δίωξης των υπουργών να ανατεθεί σε όργανα της δικαστικής εξουσίας, τα οποία στα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα διαθέτουν υψηλού βαθμού ανεξαρτησία και παρέχουν μεγαλύτερες εγγυήσεις αντικειμενικότητας και θεσμικής ουδετερότητας[23]. Επιπλέον, πρέπει να διατηρηθεί παράλληλα η αρμοδιότητα του Δικαστικού Συμβούλιου για την παραπομπή ή μη και το Ειδικό Δικαστήριο για την εκδίκαση.

5) Διατήρηση διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων – Μη Ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου

Η επίλυση των συνταγματικών διαφορών αποτελεί ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της συνταγματικής θεωρίας και πράξης, καθώς συνδέεται άμεσα με τη διασφάλιση της υπεροχής του Συντάγματος και την προστασία του κράτους δικαίου. Στην ελληνική έννομη τάξη, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων έχει διαμορφωθεί ιστορικά ως διάχυτος, συγκεκριμένος και παρεμπίπτων, απ’ όλα τα δικαστήρια, κι έχει ως αποτέλεσμα ότι η διάταξη που κρίνεται αντισυνταγματική δεν ακυρώνεται, απλά δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο έλεγχος αυτός θεμελιώθηκε με την ΑΠ 23/1897[24] και δεν προηγήθηκε ο συντακτικός ή ο αναθεωρητικός νομοθέτης.

Αναγνωρίστηκε συνταγματικά με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 στο Σύνταγμα του 1927[25], χωρίς να λείψουν οι προσπάθειες για την ακύρωσή του των ετών 1946 και 1963, κάτι που τελικά επετεύχθη στα συνταγματικά κείμενα της δικτατορίας (ετών 1968 και 1973), με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το Σύνταγμα του 1975 ενίσχυσε τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, αφού στο άρθρο 93 παρ. 4 προβλέπεται ότι τα δικαστήρια δεν εφαρμόζουν νόμο που αντίκειται στο Σύνταγμα, ενώ το άρθρο 87 παρ. 2 ορίζει ότι οι δικαστές υπάγονται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους και δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν θεσπιστεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.

Επιπλέον, ανατέθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.) η αρμοδιότητα της άρσης της αμφισβήτησης ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων. Η διαρκής, ωστόσο, επανεμφάνιση σχετικών προτάσεων στο πλαίσιο των συνταγματικών αναθεωρήσεων (1998, 2007 και 2026) καταδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό στον επιστημονικό και πολιτικό διάλογο.

Βασικό επιχείρημα υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η αντιμετώπιση της ανασφάλειας δικαίου που προκαλεί το ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Η ανασφάλεια αυτή οφείλεται στις πιθανές αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις, στην καθυστερημένη κρίση περί αντισυνταγματικότητας και στον μεγάλο χρόνο που απαιτείται για την οριστική επίλυση σχετικών ζητημάτων. Υποστηρίζεται ακόμα ότι οι σύγχρονες συνθήκες και η έντονη νομοθετική δραστηριότητα απαιτούν ταχύτερη και πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση των συνταγματικών αμφισβητήσεων, που θα ενισχύσει η ίδρυση του εν λόγω Δικαστηρίου.

Το επιχείρημα όμως περί ανασφάλειας δικαίου είναι μονοδιάστατο. Στην εποχή μας, ο δικαστικός έλεγχος του νόμου έχει καταστεί, πλέον, πολυδιάστατος και οι εσωτερικοί κανόνες πρέπει να συνυπάρξουν και να μην αντιτίθενται στο ενωσιακό δίκαιο (πρωτογενές και παράγωγο) και το διεθνές δίκαιο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων (ιδίως την ΕΣΔΑ).  Η ύπαρξη δε των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, δηλαδή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), τα οποία ελέγχουν τη συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, καθιστά αναγκαία τη συνεργασία και τον διάλογο των εθνικών δικαστών με αυτά, γεγονός που συνηγορεί υπέρ του διάχυτου συστήματος συνταγματικού ελέγχου, καθόσον επιτρέπει στον ίδιο τον δικαστή να ασκεί ενιαία το σύνολο των απαιτούμενων ελέγχων νομιμότητας[26].

Τυχόν προληπτικός έλεγχος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που δεν έχουν ακόμα πιθανόν αναδειχθεί , δεν είναι ολοκληρωμένος, με αποτέλεσμα να καταλήγει περισσότερο διαλλακτικός απέναντι στη νομοθετική εξουσία[27]. Η λειτουργική αυτή υπεροχή του διάχυτου ελέγχου αναδεικνύεται με σαφήνεια στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η υπόθεση άγεται ενώπιον του ΔΕΕ ή του ΕΔΔΑ, των οποίων οι κρίσεις δεν επηρεάζονται από προγενέστερες αποφάσεις εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων.

Στις περιπτώσεις αυτές, τα υπερεθνικά δικαιοδοτικά όργανα δύνανται να διαπιστώσουν την αντίθεση εθνικού νομοθετήματος προς το Ενωσιακό Δίκαιο ή προς την ΕΣΔΑ, με συνέπεια να τίθενται υπό αμφισβήτηση ή και να ανατρέπονται έννομες καταστάσεις που είχαν διαμορφωθεί βάσει νόμου, ο οποίος είχε προηγουμένως θεωρηθεί συμβατός με το Σύνταγμα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ορισμένες από τις πλέον χαρακτηριστικές συγκρούσεις μεταξύ του εθνικού συνταγματικού και του ευρωπαϊκού δικαίου, καθώς και οι σημαντικότερες αμφισβητήσεις της δικαιοδοτικής υπεροχής του ΔΕΕ, εκδηλώθηκαν μέσω της νομολογίας συνταγματικών δικαστηρίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης[28].

 Η τυχόν δε καθυστέρηση για την οριστική επίλυση των σχετικών ζητημάτων, αντιμετωπίζεται μέσω των μηχανισμών συγκεντρωτικού χαρακτήρα εντός του ελληνικού συστήματος ελέγχου, που ήδη υφίστανται. Ειδικότερα με:

(α) την υποχρεωτική παραπομπή, κατ’ άρθρο 100 παρ. 5 Σ,  τμήματος Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ολομέλεια σε περίπτωση που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντισυνταγματική, (β) την αρμοδιότητα του ΑΕΔ, κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 -4 Σ,  ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων και γ) του θεσμού της πρότυπης δίκης που ισχύει σε όλες τις δικαιοδοσίες[29]. Συνεπώς, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει θεσμικούς μηχανισμούς ενοποίησης της δικαστικής κρίσης, οι οποίοι είναι σε θέση να διασφαλίσουν την ομοιόμορφη εξέλιξη της νομολογίας και, κατ’ επέκταση,  να ενισχύσουν την ταχύτητα απονομής της.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και η επιλογή προσώπων που θα κληθούν να στελεχώσουν το Συνταγματικό Δικαστήριο.  Στο ισχύον σύστημα διάχυτου ελέγχου, ο έλεγχος της συνταγματικότητας ασκείται από δικαστές, οι οποίοι επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια, διαθέτουν θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας και διαμορφώνουν τη δικαιοδοτική τους κρίση μέσα από τη μακρόχρονη άσκηση των καθηκόντων τους. Επιπλέον, η άσκηση του ελέγχου από πλήθος δικαστηρίων και δικαστικών σχηματισμών διασφαλίζει τη διάχυση της ευθύνης της κρίσης και περιορίζει την εξάρτησή ακόμα κι από την εσωτερική ιεραρχία. Αντιθέτως, σε ένα σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου, η διαδικασία επιλογής των μελών ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενδέχεται να αναδείξει εντονότερα τις ιδεολογικές ή πολιτικές τους αντιλήψεις, καθώς η κρίση τους θα αποτελεί σημείο πολιτικής αναφοράς, γεγονός που ενισχύεται λόγω της συγκέντρωσης της σχετικής αρμοδιότητας σε περιορισμένο αριθμό προσώπων.

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου συνεπώς δεν αποτελεί αναγκαιότητα και δεν πρόκειται να προσφέρει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου. Η υιοθέτηση ξένων θεσμικών προτύπων υποβαθμίζει την ελληνική συνταγματική παράδοση, η οποία περιλαμβάνει τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας και είναι συμβατή με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σε μια περίοδο μειωμένης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, ένα νέο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενδέχεται με τον προληπτικό έλεγχο των νόμων να εγκλωβιστεί σε πολιτικές αντιδικίες, με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνει επαρκή κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση.

[1] Βλ. το από 28-04-2025 σχετικό Δελτιο Τύπου.

[2] βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β’, 1992, epoliteia.gr, σ. 568.

[3] βλ. Σ. Ματθίας, Ακηδεμόνευτη Δικαιοσύνη, ΕλλΔνη 1998, σ. 743.

[4]βλ. https://rm.coe.int/cmrec-2010-12-on-independence-efficiency-responsibilites-of-judges/16809f007d.

[5] βλ.  πρωτότυπο κείμενο ……… «should be authorized to make recommendations or express opinions which the relevant appointing authority follows in practice».

[6] Βλ. https://commission.europa.eu/document/download/10bc40c8-b6f5-4ad4-8bde- b2ee4df33680_en?filename=21_1_52575_coun_chap_greece_en.pdf.

[7] βλ. την από 28-04-2025 Ανακοίνωση ΕνΔε – Παρατηρήσεις Ε.Δ.Ε στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο: «Παρεμβάσεις στο νομοθετικό πλαίσιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και στον Κώδικα Συμβολαιογράφων και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης» και δη την ενότητα ΙΙΙ) Διαδικασία επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης: Νέα τροποποίηση του άρθρου 59 παρ.3 ΚΟΔΚΔΛ, , δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Ενδε.

[8] Βλ. και Δελτίο Τύπου ΕνΔΕ, «Το τέλος των ψευδαισθήσεων», δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της ΕνΔΕ.

[9] βλ. Γώγος Κ. σε εκδήλωση της διαΝΕΟσις στις 19/2/2025. Η καταγραφή εντοπίζεται σε Γούλα Γ., «Μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη: Θα δώσει η Συνταγματική Αναθεώρηση τη λύση;» https://www.constitutionalism.gr/metarithmiseis-sti-dikaiosini-sintagmatiki-natheorisi/.

[10] βλ. Χαιρετισμό Προέδρου Ενδε, Χριστόφορου Σεβαστίδη στην Επιστημονική Ημερίδα με θέμα «Δικαστική Ανεξαρτησία, 19.06.2025, δημοσιευμένη στην σελίδα της ΕνΔΕ.

[11] βλ. Βενιζέλος Ε., Το σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος: Η γενική εισήγηση της πλειοψηφίας προς της Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2000, σ. 68.

[12] βλ. Χρυσόγονος Κ., «Έλλειμα Δικαιοσύνης», σε Τσούκα Π. (επιμ.), Ο ασάλευτος χρόνος της ελληνικής δικαιοσύνης, Εκδόσεις Καλλιγράφος, 2017, σ. 422.

[13] βλ. Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης, Εφέτης, Εισήγηση στο Σεμινάριο της ΕΣΔι  – Δικαστική Δεοντολογία – Διαχείριση δικαστηρίων – Διαχείριση του χρόνου στην άσκηση των δικαστικών καθηκόντων της 2-3/3/2023 με θέμα Υπευθυνότητα και υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών μετά την αφυπηρέτησή τους.

[14] βλ. σχετ. Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης, Εφέτης, ο.π.

[15] βλ. σχετ. Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης, Εφέτης, ο.π.

[16] βλ. σχετ. Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης, Εφέτης, ο.π.

[17] βλ. ΔΕΕ Fuchs, σκέψη 50 : Πρέπει ομοίως να γίνει δεκτό ότι ο στόχος δημιουργίας μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης μεταξύ νεαρής ηλικίας δημόσιων υπαλλήλων και μεγαλύτερης ηλικίας δημόσιων υπαλλήλων, με σκοπό την παροχή κινήτρων για την πρόσληψη και επαγγελματική προώθηση των νέων, τη βέλτιστη δυνατή διαχείριση του προσωπικού και τη συνακόλουθη αποφυγή ένδικων διαφορών σχετικά με την ικανότητα του μισθωτού να ασκεί τα καθήκοντά του μετά από ορισμένη ηλικία, με παράλληλη επιδίωξη της επίτευξης υψηλού ποιοτικού επιπέδου κατά την απονομή της δικαιοσύνης, μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο της πολιτικής που εφαρμόζεται στον τομέα της απασχόλησης και της αγοράς εργασίας.

[18] Στην παραπάνω σκέψη ειδικά το σημείο:  «……. και τη συνακόλουθη αποφυγή ένδικων διαφορών σχετικά με την ικανότητα του μισθωτού να ασκεί τα καθήκοντά του μετά από ορισμένη ηλικία……».

[19] Βλ. σχετ. Ακρίτας Καϊδατζής και Ασπασία Θεοχάρη, «Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού», Νομαρχία Ιούλ 19, 2024 | Ευθύνη υπουργών, Κοινοβουλευτικό δίκαιο.

[20]  Βλ. περισσότερα για ιστορική αναφορά:  Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, άρθρο 86 Ερμηνεία Συντάγματος, Ηλεκτρονική Έκδοσης, επιμέλεια Σπ. Βλαχοπουλος, Ξ. Κοντιαδης, Γ. Τασοπουλος, εκδ. 2023, syntagma watch

[21] Δ. Κουκιώτης, «Ποινική ευθύνη των Υπουργών και άρθρο 86: μια αντισυνταγματική διάταξη του Συντάγματος», Ποινική Δικαιοσύνη, 8-9/2010, σελ. 1048-1049 και Ι. Αναστασοπούλου, «Η κατ’ ρθρον 86 παρ, 3 Συντ. αποσβεστική προθεσμία δίωξης: το «αγκάθι» της ποινικής ευθύνης υπουργών», ό.π., σελ. 416.

[22] Βλ., λ.χ., Α. Λοβέρδο , Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, 1995 , σελ. 92 , όπου τονίζεται η «πολιτική φύση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών» και Ευ. Βενιζέλο, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος , Υπεράσπιση 1993 , σελ. 451 επ., όπου γίνεται λόγος για «τον συμφυρμό των πολιτικών και ποινικών στοιχείων που βρισκόντουσαν εξ αρχής στο γενετικό υλικό του θεσμού» ( σελ. 455 ) και για μια «πρόσθετη αναγνώριση του κατά βάθος πολιτικού χαρακτήρα , που ποτέ δεν απέβαλε και εκδηλώνει σ’ όλες τις κρίσιμες φάσεις της διαδικασίας , ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών … Το ισχύον Σύνταγμα αποδέχεται έτσι τον αρχικό και τελικά κοινοβουλευτικό και πολιτικό χαρακτήρα της όλης διαδικασίας» ( σελ. 458 – 459) .  Γ. Κατρούγκαλο , Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των υπουργών και ο νέος εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος , Εφαρμογές 1/1996 ,, σελ. 63: «Το ότι δεν μπορεί η υπουργική ευθύνη να αποκαθαρθεί πλήρως από το πολιτικό στοιχείο οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η ίδια η ύπαρξη του σχετικού μηχανισμού λειτουργεί στο συμβολικό επίπεδο ως κάθαρση και ως νέμεση της πολιτικής ζωής» .

[23] Βλ. και σχετ. Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος, Καθηγητής Τμήματος Νομικής ΕΚΠΑ, Η ποινική ευθύνη των υπουργών,  Εισήγηση του συγγραφέα στη διημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ ( Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών Ανδρέας Παπανδρέου ) της 25ης-26ης Φεβρουαρίου 2013 με θέμα την αναθεώρηση του Συντάγματος, Του ιδίου, Να αναθεωρήσουμε ή να κάνουμε skip το Σύνταγμα; δημοσίευση στην Καθημερινή της Κυριακής, 23/3/2025, Αντώνης Καραμπατζός, Καθηγητής Τμήματος Νομικής ΕΚΠΑ, Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για το άρθρο 86, δημοσίευση στην εφημ. Παραπολιτικά της 29.3.25.

[24] Βλ. σχετ. απόφαση όπου αναφέρεται ότι :  «Όταν … διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού … δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει».

[25] Βλ. κατά την οποία: «Η αληθής έννοια της διατάξεως είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμον, ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται προς το Σύνταγμα».

[26] Βλ. σχετ. Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Συνταγματικό Δικαστήριο και Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, ΕφημΔΔ (2006), 10 (11). Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Η πρόταση ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου υπό το πρίσμα της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, 2013 σε www.constitutionalism.gr/η-πρόταση-ίδρυσης-συνταγματικού-δικαίου.

[27] Η δικαστική επίλυση των συνταγματικών διαφορών υπό το Σύνταγμα του 1975: μεταρρύθμιση ή ανατροπή του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων;

Βασίλειος Γκέρτσος, Πάρεδρος στο Συμβούλιο της Επικρατείας

[28] βλ. απόφαση Weiss του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020 σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, απόφαση του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Τσεχίας της 31ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την κήρυξη ως αντισυνταγματικής προδικαστικής απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-399/09, Landtov., απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της 7ης Οκτωβρίου 2021, σχετικά με τη μη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του ΔΕΕ ως προς της αντίθεση προς το ενωσιακό δίκαιο της μεταβολής των ορίων συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών, απόφαση του CdE της 21.4.2021 .

[29] Βλ. άρθρο 1 ν. 3900/2010 για τα διοικητικά δικαστήρια, άρθρο 2 του ν. 4821/2021 για τα πολιτικά δικαστήρια και άρθρο 163 ν. 4700/2020 για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Διαβάστε επίσης:

Δένδιας: «Καρφιά» σε Τουρκία με αφορμή τα 6 χρόνια της ΑΟΖ στο Ιόνιο – «Μοναδική οδός επίλυσης μιας διαφοράς είναι το Διεθνές Δίκαιο»

Πετρέλαιο: Συνεχίζεται η πτώση τιμών μετά την παύση των εχθροπραξιών μεταξύ Ισραήλ και Ιράν – Στα $93 το Brent

Κωστής Χατζηδάκης: Τεχνητή νοημοσύνη, έρευνα και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων τα εργαλεία για βελτίωση της παραγωγικότητας