Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ως άλλος μίτος της Αριάδνης ξετυλίγεται η υπόθεση της εταιρείας Magna Group, μίας εταιρείας που απασχολεί εδώ και καιρό την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC), έχοντας στήσει μια εντυπωσιακή «δίνη θανάτου» στην οποία παγιδεύονταν τόσο εταιρείες όσο και ανυποψίαστοι επενδυτές. «Δίνη» πίσω από την οποία κρυβόταν ένας νεαρός, μόλις 31 ετών σήμερα, ο οποίος κατάφερε να αποκτήσει τεράστια περιουσία στήνοντας έντεχνα πολύπλοκα συστήματα χρηματοδότησης που λειτουργούσαν ως «παγίδες» για τα θύματά του: εταιρείες που είχαν μεγάλη ανάγκη από χρηματοδοτικά κεφάλαια και ιδιώτες επενδυτές που αδυνατούσαν να συλλάβουν τον απατηλό χαρακτήρα της επένδυσης στην οποία προχωρούσαν.

«Όπως υποστηρίζεται στην καταγγελία μας, η Magna Group και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν πλαστά χρεόγραφα για να αποκτούν παράνομα μετοχές εταιρειών μικρής κεφαλαιοποίησης, τις οποίες εν συνεχεία ξεφορτώνονταν σε ανυποψίαστους ιδιώτες επενδυτές», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Sanjay Wadhwa, Senior Associate Director του περιφερειακού γραφείου της SEC στη Νέα Υόρκη, μετά την κατάθεση μήνυσης από την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε βάρος του χρηματοοικονομικού συμβούλου Joshua (Josh) Sason, ο οποίος κατηγορείται ότι με τον τρόπο αυτό κατάφερε να βγάλει, πολύ πριν κλείσει τα 30 χρόνια του, μια ολόκληρη περιουσία.

Ο Joshua Sason, ιδρυτής της εταιρείας Magna Group και ιθύνων νους όλης αυτής της καλοστημένης απάτης, φέρεται να έβγαλε από αυτήν την υπόθεση πάνω από 25 εκατομμύρια δολάρια.

Οι μηνύσεις της SEC στρέφονται κατά του ιδίου, της εταιρείας, του πρώην επικεφαλής του τμήματος ανάλυσης της Magna Group, καθώς και άλλων δύο προσώπων που εμπλέκονταν στα «θανατηφόρα» για τις εταιρείες deals του Sason.

Εταιρείες παγιδευμένες σε «δίνες θανάτου»

Πώς κατάφερνε όμως ένας νεαρός, μόλις 20 και κάτι ετών, να παγιδεύσει ολόκληρες εταιρείες;

Η απάντηση είναι ότι τους παρείχε χρηματοδότηση. Όχι όμως δια της τυπικής οδού, αλλά μέσω μετατρέψιμων σε μετοχές ομολογιακών δανείων ενός συγκεκριμένου τύπου, τα οποία μπορούν να «ρουφήξουν» στην «άβυσσο» την τιμή της μετοχής της εταιρείας που θα συμφωνήσει στη συγκεκριμένη συναλλαγή.

Ο συγκεκριμένος τύπος μετατρέψιμου ομολογιακού, σε αντίθεση με τα συνήθη ομολογιακά δάνεια, εκδίδεται με ρήτρα τη μετατροπή του σε μετοχές καθορισμένης συνολικής αξίας και όχι με ρήτρα τη μετατροπή του σε καθορισμένο αριθμό μετοχών. Και χαρακτηρίζεται «δίνη» ή «σπιράλ θανάτου» επειδή συχνά, μετά την έκδοση ενός τέτοιου ομολογιακού δανείου, η μετοχή της εταιρείας κάνει «βουτιά».

Πολλές φορές αυτού του είδους τα deals δίνουν τη δυνατότητα στους επενδυτές που θα αγοράσουν τα ομόλογα να τα μετατρέψουν σε μετοχές με έναν προκαθορισμένο συντελεστή μετατροπής, ο οποίος εξασφαλίζει μεγάλο premium για τον ομολογιούχο. Για παράδειγμα, ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 1.000 ευρώ μπορεί να έχει μετατρέψιμη αξία 1.500 ευρώ, όπερ σημαίνει ότι ο κάτοχος του ομολόγου θα λάβει μετοχές αξίας 1.500 ευρώ. Ωστόσο, με τη μετατροπή των ομολόγων σε μετοχές, δημιουργούνται περισσότερες μετοχές, με αποτέλεσμα από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου να υφίσταται dilution η τιμή της μετοχής.

Αυτή η υποχώρηση της τιμής της μετοχής μπορεί, με τη σειρά της, να κάνει και άλλους ομολογιούχους να ασκήσουν το δικαίωμα να μετατρέψουν τα ομόλογά τους σε μετοχές, θέλοντας να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να βρεθούν με περισσότερους τίτλους στα χέρια τους, αφού η τιμή των μετοχών έχει πέσει. Έτσι, με κάθε νέα μετατροπή, η τιμή της μετοχής πέφτει ακόμη περισσότερο, αφού ο αριθμός των μετοχών αυξάνεται, οδηγώντας τη μετοχή σε απύθμενη δίνη.

Υπάρχει επίσης περίπτωση ένας επενδυτής να συμφωνήσει με μια εταιρεία να της δανείσει χρήματα, απορροφώντας τις ομολογίες που θα εκδώσει, με τον όρο ότι θα τις ανταλλάξει σε μετοχές σε τιμή χαμηλότερη από την τρέχουσα τιμή της μετοχής, όποια κι αν είναι αυτή, ώστε να έχει διασφαλισμένο κέρδος, με τις ίδιες συνέπειες για τη μετοχή.

Τέτοιου είδους συμφωνίες έχουν βρεθεί αρκετές φορές στο στόχαστρο της SEC τα τελευταία χρόνια, αφού, θεωρητικά, αυτό το σπιράλ του θανάτου τελειώνει μόνο όταν η μετοχή βρεθεί να έχει μηδενική ή σχεδόν μηδενική αξία. Σπανίως δε γίνεται μέσω τραπεζών ή μεγάλων επενδυτικών funds.

Γιατί, όμως, μια εταιρεία να πέσει από μόνη της σε μια τέτοια παγίδα;

Η απάντηση είναι απλή: Επειδή χρειάζεται απεγνωσμένα ρευστό και δεν έχει άλλη επιλογή. Και αν πιαστεί σε αυτήν την παγίδα, η μοναδική ελπίδα για μια εταιρεία να βγει από τη δίνη είναι να βελτιώσει τα λειτουργικά αποτελέσματά της. Αν καταφέρει να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα έσοδα από την έκδοση του ομολογιακού, μπορεί και να καταφέρει να αντικρούσει την επίθεση.

Ο ίδιος ο Sason είχε αναφέρει σε συνεντεύξεις του ότι στόχος του ήταν να βοηθήσει τις εταιρείες, συμβάλλοντας στην αναδιάρθρωση των χρεών τους, ενώ στη συγκεκριμένη φάση της υπόθεσης οι δικηγόροι τόσο του ιδίου όσο και των συγκατηγορούμενών του υποστηρίζουν ότι οι κατηγορίες της SEC είναι αναληθείς.

Η SEC, όμως, υποστηρίζει στη σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε στις 15 Φεβρουαρίου 2019 ότι η εταιρεία του Sason όχι μόνο δεν αγόραζε απλά υφιστάμενα χρεόγραφα τα οποία αντάλλαζε στη συνέχεια με μετοχές, αλλά επιπλέον τα χρεόγραφα αυτά (οι ομολογίες) ήταν πλαστά. «Στήνονταν» μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν την έκδοση των μετοχών.

Σύμφωνα με την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι χαμένοι της υπόθεσης ήταν οι παλαιοί μέτοχοι της εταιρείας οι οποίοι πιάνονταν στον… ύπνο όταν η αγορά είχε πλέον πλημμυρίσει νέες μετοχές που εξαΰλωναν την αξία της δικής τους επένδυσης.

Μια καλοστημένη απάτη

Η πρώτη απάτη, σύμφωνα με τη SEC, στήθηκε γύρω στον Δεκέμβριο του 2012 και κράτησε μέχρι τον Ιούνιο του 2013.

Αυτό που έκανε ο Joshua Sason μέσω της εταιρείας του ήταν να αποκτά πλαστά μετατρέψιμα χρεόγραφα, τα οποία υποτίθεται εξέδιδε η εταιρεία Lustros Inc. και τα οποία μετέτρεπε εν συνεχεία σε κοινές μετοχές της Lustros. Οι κατηγορούμενοι πουλούσαν στη συνέχεια τις μετοχές σε ανυποψίαστους ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι δεν γνώριζαν ότι οι μετοχές είχαν αποκτηθεί δολίως και ότι πωλούνταν παράνομα. Με τον τρόπο αυτό, επίσης, οι κατηγορούμενοι «κατέστρεφαν» την αξία των μετοχών που βρίσκονταν στα χέρια των μετόχων της εταιρείας.

Στην καταγγελία της SEC αναφέρεται, επίσης, ότι τον Νοέμβριο του 2013, η Magna Equities II, η οποία ανήκε επίσης στον Sason, αγόρασε μία δεύτερη έκδοση χρεογράφων, αυτήν τη φορά από την Pallas Holdings. Η Magna Equities II και ο εκδότης των χρεογράφων, ο οποίος δεν ήταν άλλος από την ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία NewLead Holdings Ltd. του εφοπλιστή Μιχάλη Ζολώτα, συμφώνησαν στη συνέχεια να «αποσύρουν» τα ψεύτικα χρεόγραφα ανταλλάσσοντάς τα με μετοχές του εκδότη, δηλαδή της NewLead Holdings, μέσω μιας εγκεκριμένης από δικαστήριο συμφωνίας διακανονισμού. Για να πάρουν την έγκριση αυτή, ο Sason και η Magna Equities II έδωσαν εν γνώσει τους ψευδή όρκο στο δικαστήριο ότι τα πλαστά χρεόγραφα ήταν δάνειο που δόθηκε «καλή τη πίστει» στη NewLead. Στο σχέδιο αυτό φέρονται να εμπλέκονται και τα άτομα που είχαν τον έλεγχο της Pallas Holdings.

Όπως αναφέρεται σε άλλο, προγενέστερο, έγγραφο, που κατατέθηκε σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης τον Νοέμβριο του 2017 από την εταιρεία Yippy, Inc. κατά της Magna Group, το 2013 η Magna έκανε με τη NewLead τη μεγάλη «μπάζα». Όπως αναφέρεται, συγκεκριμένα, η NewLead βρισκόταν την εποχή εκείνη ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία. Από τα 15 τάνκερ και containerships που είχε κάποτε στην κατοχή της, είχε μείνει με τέσσερα πλοία και η ρευστότητά της μετά βίας αρκούσε για να καλύψει τις λειτουργικές ζημίες ενός μήνα.

Η Magna τότε δεν έδωσε δάνειο στη NewLead αλλά αγόρασε από τους πιστωτές της τα δάνεια της ναυτιλιακής και στη συνέχεια κινήθηκε νομικά κατά της εταιρείας για την αποπληρωμή τους.

Το αποτέλεσμα ήταν οι δύο πλευρές να καταλήξουν γρήγορα σε συμβιβασμό, με τη NewLead να δίνει στη Magna μετοχές της σε χαμηλότερη τιμή από την τρέχουσα τιμή της μετοχής στο ταμπλό, τις οποίες θα μπορούσε να πουλήσει αμέσως. Ένας συμβιβασμός που επικυρώθηκε από δικαστήριο της πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Αν έχει κάποια σημασία το έγγραφο αυτό, αυτή είναι ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, η Magna αποπλήρωσε δάνεια της NewLead ύψους 45 εκατ. δολαρίων και πήρε μετοχές τις οποίες πούλησε στη συνέχεια προς 62 εκατ. δολάρια. Έβγαλε δηλαδή κέρδος 17 εκατ. δολαρίων (προ εξόδων).

Η παταγώδης κατάρρευση μιας μετοχής

Η NewLead Holdings είδε τη μετοχή της να καταρρέει με πάταγο. Η μετοχή της εταιρείας έπεσε τόσο που αν είχε κάποιος είχε αγοράσει μετοχές αξίας 3 εκατ. δολαρίων τον Μάρτιο του 2013, λίγο πριν επενδύσει η Magna, θα είχε μείνει να έχει στα χέρια του μετοχές αξίας μόλις 10 σεντς δύο χρόνια αργότερα. Προσαρμοσμένη στα reverse splits, η τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής έφτασε τα 20 δισεκατομμυριοστά του σεντ (0,0000000002 δολάρια).

Η επένδυση ως… δημιουργία

«Η αποτυχία για μένα είναι ευκαιρία. Είναι ευκαιρία να εξελίξεις μια στρατηγική, είναι ευκαιρία να βελτιωθείς και είναι ευκαιρία να αποκτήσεις μεγαλύτερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση».

Είναι Απρίλιος του 2018 και ο Josh Sason παραχωρεί συνέντευξη στην πλατφόρμα IdeaMensch. Ως επιχειρηματίας, επενδυτής, καλλιτέχνης και παραγωγός που διψά να δημιουργήσει. Και η εταιρεία του, η Magna, θεωρείται μία από τις πλέον δημιουργικές εταιρείες στον κόσμο, αναλαμβάνοντας να αναδιαρθρώσει εταιρείες και επενδύοντας σε εισηγμένες και εταιρείες private equity σε όλο τον κόσμο. Μια εταιρεία που, όπως αναφέρεται, γεννήθηκε στο δωμάτιο ενός 22χρονου, στο πατρικό του, ιδρύθηκε στα βάθη της παγκόσμιας ύφεσης και επεκτείνεται συνεχώς, μέσω νέων δραστηριοτήτων, οι οποίες φτάνουν μέχρι τον κλάδο της ψυχαγωγίας, με τη Magna Entertainment.

Για τον ιδρυτή της, τέχνη και επιχειρείν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα σε κάθε επίπεδο. Εμπνέεται από τον Ben Graham και τον Warren Buffett και τη στρατηγική τους, αλλά το 2016 συνεργάζεται ως παραγωγός και με τον Martin Scorsese στο «Bleed for This», μία ταινία που περιγράφει την αληθινή ιστορία του Αμερικανού πρωταθλητή του μποξ, Βίνι Παζ, όπου κάνει, μάλιστα, ένα «πέρασμα» και ο ίδιος.

«Τελείωνα το σχολείο όταν αποφάσισα ότι ήθελα να ξεκινήσω μια επενδυτική εταιρεία και να εφαρμόσω τη δική μου μοναδική ιδέα περί αξίας και δημιουργικότητας σε αυτά που έκανα και να χτίσω μια εταιρεία που θα είχε διάρκεια. Αφού πέρασα γύρω στους εννέα μήνες οργώνοντας την αγορά για ευκαιρίες, κάνοντας έρευνα και meeting, ξεκίνησα τη Magna από το δωμάτιό μου στο σπίτι των γονιών μου το 2009, εστιάζοντας σε ευκαιρίες επένδυσης σε μικρές εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες. Σε έναν τομέα που ήταν, και συνεχίζει να είναι, τρομερά στερημένος από θεσμικά κεφάλαια…», λέει ο ίδιος. Και καταφέρνει, για αρκετό καιρό είναι η αλήθεια, να κάνει τις επενδύσεις… τέχνη. Τέχνη, όμως, δακτυλουργική…

Η συντριβή ενός πάλαι ποτέ κραταιού εφοπλιστή

Ο Μιχάλης Ζολώτας, εν τω μεταξύ, στα χρόνια που ακολουθούν την «επένδυση» της Magna, βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν απίστευτο κυκεώνα σκανδάλων. Οι εταιρείες του καταρρέουν, ο ίδιος μένει χωρίς κανένα πλοίο και, επιπλέον, βρίσκεται στο στόχαστρο των δικαστικών Αρχών για εμπλοκή σε διάφορες υποθέσεις, όπως η υπόθεση «Focus» στην Κύπρο και όχι μόνο.

Ο κλοιός των πιστωτών σφίγγει όλο και περισσότερο για τον εφοπλιστή, με ελληνικό δικαστήριο να διατάζει, τον Μάιο του 2018, το «πάγωμα» όλων των εν Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων του εφοπλιστή, δικαιώνοντας τη βρετανική TransAsia Commodities στη δικαστική της διαμάχη με τη NewLead Holdings, ενώ οι τράπεζες βγάζουν σε πλειστηριασμό το ένα μετά το άλλο τα περιουσιακά στοιχεία του.

Μιχάλης Ζολώτας

Είναι ενδεικτικό ότι στις 16 Ιανουαρίου είχε προγραμματιστεί να βγει σε πλειστηριασμό, µε επισπεύδουσα την Τράπεζα Πειραιώς, το διαµέρισµα πρώτου ορόφου, 127,5 τ.µ., µαζί µε αποθήκη και χώρο στάθμευσης, που βρίσκονται σε πολυκατοικία στην οδό Κυβέλης 20 στην Κηφισιά.

Οι ιδιοκτησίες ανήκαν στην τεχνική εταιρεία Terra Stabile του εφοπλιστή Μιχάλη Ζολώτα και βγήκαν στο σφυρί µε τιµή εκκίνησης τα 115.000 ευρώ.

Πριν από λίγους µήνες, οι τράπεζες οδήγησαν σε πλειστηριασμό και τα γραφεία του εφοπλιστή στον Πειραιά.

Κατά πληροφορίες, για το γραφείο εµβαδού 450 τ.µ., που βγήκε στο σφυρί προς 402.000 ευρώ, ο πλειοδότης προσέφερε ποσό της τάξης των 530.000 ευρώ.

Για τον δεύτερο γραφειακό χώρο, επιφάνειας 544 τ.µ., ο ίδιος αγοραστής προσέφερε 1,1 εκατ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν διπλάσια τιµή σε σχέση µε την τιµή εκκίνησης των 527.000 ευρώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Μιχάλης Ζολώτας: Γιατί τον έχουν στριμώξει οι δικαστές στην Κύπρο

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Σφίγγει ο κλοιός για τον Μιχάλη Ζολώτα – Πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και πλειστηριασμοί

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ: Δύο Έλληνες, μία μετοχή που καλπάζει και ένα story που τα έχει όλα…

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here