Τι πιθανότητες έχω να κάνω παιδί με κυστική ίνωση;

0

Παρόλο που από την άποψη γέννησης νέων πασχόντων αποτελεί μακράν την πιο διαδεδομένη κληρονομική νόσο στη χώρα μας, η κυστική ίνωση, παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό και η εικόνα της είναι ασαφής ακόμα και για τους γιατρούς.  

Η Κυστική Ίνωση ή Κυστική Ινώδης Νόσος ή Ινοκυστική Νόσος (Cystic Fibrosis στα Αγγλικά, Mucoviscidose στα Γαλλικά) είναι η πιο συχνή, παγκοσμίως, κληρονομική νόσος της λευκής φυλής, που προκαλείται από τη μετάλλαξη ενός γονιδίου του εβδόμου χρωμοσώματος και προσβάλλει πολλά ζωτικά όργανα και συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού. Κύριο χαρακτηριστικό της νόσου είναι η εμφάνιση ιδιαίτερα παχύρρευστων και αφυδατωμένων εκκρίσεων σε διάφορα όργανα και αδένες του σώματος, με αποτέλεσμα τη σταδιακή καταστροφή ζωτικών οργάνων και τελικώς στην ανεπάρκεια αυτών.

Εκτιμάται ότι περίπου 1 στα 2000-2500 παιδιά γεννιούνται με κυστική ίνωση και συνολικά 50-60 παιδιά το χρόνο στην Ελλάδα (1 παιδί ανά εβδομάδα περίπου). Το 4-5% του γενικού πληθυσμού, δηλαδή 1 στα 20 έως 25 άτομα θεωρείται ότι είναι φορέας του παθολογικού γονιδίου (περίπου 500.000 Έλληνες είναι φορείς). Στην χώρα μας εκτιμάται ότι υπάρχουν πάνω από 800 ασθενείς ενώ η συχνότερη γονιδιακή μετάλλαξη που παρατηρείται στον ελλαδικό χώρο είναι η χαρακτηριζόμενη ως f508del ή ΔF508, η οποία θεωρείται από τις βαρύτερες σε συμπτωματολογία μεταλλάξεις. Από την άποψη της γέννησης νέων πασχόντων, η Κυστική Ίνωση είναι μακράν η πιο διαδεδομένη κληρονομική νόσος στην Ελλάδα.  Παρόλα αυτά πρόκειται για μια πάθηση μάλλον άγνωστη στην κοινή γνώμη, ενώ, ακόμη και μεταξύ των ιατρών, η εικόνα για τη νόσο είναι ασαφής ή παρωχημένη.

Πώς κληρονομείται

Πρόκειται για μια γενετική διαταραχή (συνεπώς μη μεταδοτική) που οι ασθενείς φέρουν από τη γέννησή τους, έχοντας κληρονομήσει δύο παθολογικά γονίδια της Κυστικής Ίνωσης, ένα από τον κάθε γονέα τους. Τα άτομα που φέρουν ένα μόνο παθολογικό γονίδιο λέγονται φορείς του γονιδίου και θεωρούνται απολύτως υγιή. Για να γεννηθεί ένα παιδί με Κυστική Ίνωση πρέπει απαραίτητα και οι δύο γονείς του να είναι φορείς ή ασθενείς. Οι πιθανότητες εμφάνισης της νόσου για κάθε παιδί καθορίζονται από τον κανόνα του Mendel. Παρακάτω αναφέρονται οι περιπτώσεις και οι πιθανότητες που υπάρχουν να είναι κάποιος πάσχων, φορέας ή να μην φέρει καθόλου το γονίδιο:

– Στη συνήθη περίπτωση δύο γονέων-φορέων, για κάθε παιδί υπάρχει πιθανότητα 25% να πάσχει από τη νόσο, 50% να είναι φορέας και 25% να μην φέρει καν το γονίδιο.

– Από ένα γονέα πάσχων και ένα γονέα φορέα, κάθε παιδί έχει πιθανότητα 50% να πάσχει από τη νόσο και 50% πιθανότητα να είναι φορέας.

– Από ένα γονέα που δεν φέρει καθόλου το γονίδιο και ένα γονέα φορέα, δεν υπάρχει πιθανότητα γέννησης παιδιού που να πάσχει από την νόσο, αλλά κατά 50% κάθε παιδί είναι πιθανό να είναι φορέας.

– Από ένα γονέα που δεν φέρει καθόλου το γονίδιο και ένα γονέα πάσχων, όλα τα παιδιά θα είναι φορείς.

– Τέλος, δύο γονείς που πάσχουν προφανώς μπορούν να κάνουν μόνο παιδιά που θα νοσούν.

Διάγνωση με μοριακό έλεγχο

Ο Ελληνικός πληθυσμός παρουσιάζει μεγάλη μοριακή ετερογένεια. Στους ασθενείς ελληνικής καταγωγής έχουν ανιχνευτεί περισσότερες από 120 διαφορετικές μεταλλάξεις, κάποιες εκ των οποίων αφορούν ελάχιστες οικογένειες. Αυτή η μεγάλη ετερογένεια καθιστά τον μοριακό έλεγχο ιδιαίτερα απαιτητικό και ακριβό. Λόγω της ιδιαιτερότητας του πληθυσμού, η εφαρμογή πρωτοκόλλων που έχουν σχεδιαστεί για ομοιογενείς πληθυσμούς (π.χ. Βόρεια Ευρώπη και Αμερική) δεν καλύπτουν επαρκώς τον Ελληνικό πληθυσμό. Οι Ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες (Castellani et. al. J Cyst Fibros. 2008) επισημαίνουν ότι ο προληπτικός έλεγχος θα πρέπει να καλύπτει το 75-85% των μεταλλάξεων του πληθυσμού.

Στο εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής του Πανεπιστημίου Αθηνών προσφέρεται ο έλεγχος του 90% των μεταλλάξεων που έχουν βρεθεί στον Ελληνικό πληθυσμό,  ενώ υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω ελέγχου με υψηλότερο κόστος. Παρόλο που, ακόμη και αυτός ο έλεγχος δεν μπορεί να ανιχνεύσει όλες τις αλλαγές, μειώνει σημαντικά τη πιθανότητα κάποιος που έχει βρεθεί αρνητικός να είναι τελικά φορέας. Στον Ελληνικό πληθυσμό η πιθανότητα να είναι κάποιος φορέας, πριν τον έλεγχο, είναι 1 στις 25. Μετά το πλήρη έλεγχο, ένα αρνητικό αποτέλεσμα μετατρέπει την πιθανότητα σε 1 στις 500.

Ο έλεγχος δεν καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, όμως προσφέρεται δωρεάν στους ασθενείς και στους συγγενείς πρώτου βαθμού (αδέρφια, γονείς). Η εξέταση πραγματοποιείται κατόπιν ραντεβού, με χρόνο αναμονής 1-2 εβδομάδες και η απάντηση δίνεται έπειτα από 4 εβδομάδες.

Λόγω της υψηλής συχνότητας φορέων και της απουσίας οποιασδήποτε βιοχημικής ή αιματολογικής εξέτασης η οποία μπορεί να αποκαλύψει τους φορείς, ο προληπτικός έλεγχος αφορά όλο το πληθυσμό και όχι μόνο όσους έχουν πάσχοντες συγγενείς.

Η εξέταση γίνεται και σε ιδιωτικά κέντρα.

Η  πρόληψη

Ο Μοριακός έλεγχος ενός ζευγαριού πρέπει να πραγματοποιείται πριν την εγκυμοσύνη ή κατά τα αρχικά στάδια μιας κύησης. Έτσι, οι εξεταζόμενοι λαμβάνουν έγκαιρα την κατάλληλη γενετική συμβουλευτική και τη δυνατότητα επιλογής προγεννητικής διάγνωσης, αν αποδειχθούν και τα δύο μέλη ενός ζευγαριού φορείς.

Η προγεννητική διάγνωση για κυστική ίνωση, δηλαδή ο έλεγχος του εμβρύου, πραγματοποιείται μόνο εφ’ όσον και τα δύο μέλη του ζευγαριού είναι φορείς και έχουν ταυτοποιηθεί οι μεταλλάξεις που φέρουν. Προγεννητικός έλεγχος μπορεί να πραγματοποιηθεί και στην περίπτωση ζευγαριών που έχουν ήδη πάσχον παιδί στο οποίο όμως, δεν έχουν βρεθεί οι υπαίτιες μεταλλάξεις. Ο έλεγχος σε αυτή τη περίπτωση γίνεται με έμμεσο τρόπο. Η προγεννητική διάγνωση εφαρμόζεται στο εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής έπειτα από έλεγχο των γονέων, με λήψη τροφοβλάστη ή αμνιακού υγρού, με χρόνο απάντησης 3-5 εργάσιμες ημέρες.

Μια άλλη επιλογή που έχουν τα ζευγάρια φορέων είναι αυτή της Προεμφυτευτικής Γενετικής Διάγνωσης (ΠΓΔ – Preimplantation Genetic Diagnosis, PGD). Η ΠΓΔ δίνει τη δυνατότητα γενετικής διάγνωσης και μεταφοράς στη μήτρα μόνο των υγιών από τα έμβρυα που προκύπτουν από εξωσωματική γονιμοποίηση και πλεονεκτεί έναντι της προγεννητικής διάγνωσης καθώς αποφεύγουμε τη διακοπή της εγκυμοσύνης.

Η ΠΓΔ εφαρμόζεται έπειτα από τη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η μέθοδος συνίσταται στην λήψη και εξέταση ενός κυττάρου από το έμβρυο κατά την 3η ημέρα μετά τη γονιμοποίηση, όταν το έμβρυο βρίσκεται στο στάδιο των 6-8 κυττάρων. Έπειτα από τη γενετική διάγνωση για κυστική ίνωση για το κάθε κύτταρο (εντός 24ωρών), επιλέγονται για εμφύτευση μόνο τα υγιή έμβρυα.

Προκειμένου να εφαρμοστεί η ΠΓΔ πρέπει να είναι γνωστή η γενετική διαταραχή (μετάλλαξη) που ευθύνεται για το νόσημα στη συγκεκριμένη οικογένεια. Περίπου 30% των ΠΓΔ που ολοκληρώνονται έχουν σαν αποτέλεσμα την γέννηση παιδιού καθώς η επιτυχία του κάθε σταδίου χωριστά είναι καθοριστική για την έκβαση του συνολικού εγχειρήματος.

Η ΠΓΔ αφορά αποκλειστικά το νόσημα για το οποίο πραγματοποιείται, στη συγκεκριμένη περίπτωση την κυστική ίνωση, και δε καλύπτει οποιαδήποτε άλλη κληρονομική ή μη διαταραχή του εμβρύου. Η ΠΓΔ εφαρμόζεται στο εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής έπειτα από γενετική συμβουλευτική με το ενδιαφερόμενο ζευγάρι.

 

Πηγή στοιχείων: Πλατφόρμα Ενημέρωσης Κυστικής Ίνωσης Ελλάδος

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: ΠΦΥ: Φεύγει το ΠΕΔΥ έρχεται ο οικογενειακός γιατρός

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here