Νεκταρία Καρακατσάνη (ΡΑΕ): Οι εκπτώσεις από τις δημοπρασίες NOME δεν έχουν διοχετευθεί επαρκώς στα οικιακά τιμολόγια ρεύματος

0

Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και ο τομέας του φυσικού αερίου μετασχηματίζονται, ή ακριβέστερα, προσδιορίζονται εκ νέου. Τα χαρακτηριστικά των μεταρρυθμίσεων, και ειδικότερο τα φάσμα των αλλαγών, ο ρυθμός με τον οποίον συντελούνται, και ο βαθμός επίδρασης τους στους καταναλωτές και την εθνική οικονομία, δύσκολα μπορούν να συγκριθούν με οποιαδήποτε δέσμη ενεργειακών μεταρρυθμίσεων στο παρελθόν. Στον παρόν άρθρο, δεν θα ήθελα να αναφερθώ στους στόχους ή τις λεπτομέρειες εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, καθώς έχουν ήδη γίνει αναλυτικές αναφορές.

Θα εστιάσω σε ένα κατεξοχήν πρακτικό ερώτημα που αφορά όλους μας: τι συνεπάγονται οι μεταρρυθμίσεις για τους οικιακούς καταναλωτές και ειδικότερα, πώς επηρεάζουν τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος και τη δυναμική τους. Υπό το πρίσμα αυτού του ερωτήματος, θα αναφερθώ αρχικά στα δομικά χαρακτηριστικά και τις πρόσφατες τάσεις που διαμορφώνονται στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στη συνέχεια, θα εστιάσω στην εξέλιξη των οικιακών τιμολογίων διαχρονικά και στις επιμέρους συνιστώσες τους, εντοπίζοντας τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί με την εφαρμογή των δημοπρασιών ΝΟΜΕ.

1. Δομικά χαρακτηριστικά και τάσεις της αγοράς

Νεκταρία Καρακατσάνη. Μέλος ΔΣ Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ)
Νεκταρία Καρακατσάνη. Μέλος ΔΣ Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ)

Οι μεταρρυθμίσεις που συντελούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συναρτώνται σε σημαντικό βαθμό με τα δομικά χαρακτηριστικά της. H ΔΕΗ κατέχει δεσπόζουσα θέση τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια, με μερίδιο 88% στη λιανική αγορά και 76% σε εγκατεστημένη συμβατική ισχύ. Σε επίπεδο παραγωγής, το μερίδιο της δεσπόζουσας επιχείρησης είναι αισθητά πιο περιορισμένο. Κατά το 1ο εξάμηνο του 2016, η παραγωγή της ΔΕΗ μαζί με τις εισαγωγές της κάλυψε το 49% της συνολικής ζήτησης στο διασυνδεδεμένο σύστημα έναντι 59% κατά το 1ο εξάμηνο του προηγούμενου έτους.

Μια πρόσθετη ιδιαιτερότητα της αγοράς μας, υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού, είναι ότι η δεσπόζουσα επιχείρηση είναι η μόνη που διαθέτει χαρτοφυλάκιο τεχνολογιών -δηλαδή λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μονάδες, πέραν των μονάδων φυσικού αερίου- σε αντιδιαστολή με τους ανεξάρτητους παραγωγούς, οι οποίοι διαθέτουν αποκλειστικά μονάδες φυσικού αερίου. Οι δημοπρασίες τύπου ΝΟΜΕ εστιάζουν ακριβώς στην αντιμετώπιση αυτών των ασυμμετριών, επιτρέποντας την πρόσβαση των εναλλακτικών προμηθευτών στην παραγωγή από λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μονάδες.

Παρά τις υπαρκτές δομικές ασυμμετρίες, μια θετική εξέλιξη στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι ότι ο βαθμός του ανταγωνισμού έχει ενταθεί τόσο στη χονδρεμπορική όσο και στη λιανική αγορά.  Ο ανταγωνισμός μεταξύ μονάδων φυσικού αερίου έχει ισχυροποιηθεί και αυτό αποτυπώνεται τόσο στη βελτίωση των τεχνικών παραμέτρων τους όσο και την αναπροσαρμογή της στρατηγικής των προσφορών τους. Παράλληλα, από τον Οκτώβριο του 2015, για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής αγοράς, διαπιστώνεται συστηματικά ανταγωνισμός μεταξύ ορυκτών καυσίμων, λιγνίτη και φυσικού αερίου. Οι προσφορές των εν λόγω μονάδων είναι πλέον συγκρίσιμες, ως αποτέλεσμα της διολίσθησης της τιμής του πετρελαίου, που συμπαρέσυρε και την τιμή του φυσικού αερίου. Είναι ενδεικτικό ότι κατά το τρέχον έτος, το μερίδιο της λιγνιτικής παραγωγής στο ενεργειακό ισοζύγιο έχει υποχωρήσει αισθητά, αγγίζοντας το 29%, έναντι 38% κατά το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Παράλληλα, το μερίδιο του φυσικού αερίου ανήλθε στο 23% έναντι 13% στο ενδεκάμηνο του 2015. Στον τομέα της λιανικής, το μερίδιο του δεσπόζοντα προμηθευτή, έχει υποχωρήσει στο 88%, με τους εναλλακτικούς προμηθευτές να ισχυροποιούν την παρουσία και τις προοπτικές τους.

Αν εστιάσουμε στα χαρακτηριστικά της ενδοημερήσιας λειτουργίας των μονάδων, είναι εμφανές ότι η παραγωγή των μονάδων φυσικού αερίου εμφανίζει σημαντική μεταβλητότητα, ακολουθώντας τις διακυμάνσεις της ζήτησης, ενώ οι λιγνιτικές μονάδες ακολουθούν, γενικά, πιο σταθερό προφίλ. Το παρακάτω διάγραμμα αποτυπώνει το ενεργειακό μίγμα σε ωριαία βάση κατά τη θερινή αιχμή του 2016, την 15η Ιουλίου 2016. Η εικόνα είναι σημαντικά διαφοροποιημένη από πέρυσι, τόσο ως προς το κυρίαρχο καύσιμο, που στο παρελθόν ήταν ο λιγνίτης, όσο και ως προς την ενδοημερήσια μεταβλητότητα της παραγωγής από αυτόν.

2. Μειωμένη ελαστικότητα των τιμολογίων λιανικής στις πτωτικές τάσεις των τιμών στις χονδρεμπορικές αγορές

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό που ανησυχεί όλους σχεδόν τους ρυθμιστές είναι η μειωμένη ελαστικότητα, η περιορισμένη δηλαδή αντίδραση, των τιμολογίων λιανικής στις πτωτικές τάσεις των τιμών στις χονδρεμπορικές αγορές.  Η υποχώρηση της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) στην ελληνική αγορά κατά την τελευταία τριετία είναι φανερή στο παρακάτω διάγραμμα, και σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου, που αποτυπώθηκε και στο φυσικό αέριο.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγωγή από ΑΠΕ είναι μια σταθερή παράμετρος συμπίεσης των τιμών στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Καθώς εμφανίζουν σχεδόν μηδαμινό μεταβλητό κόστος και παράλληλα, στο υφιστάμενο πλαίσιο εισάγονται με προτεραιότητα ένταξης σε αρκετές αγορές, οι ΑΠΕ ασκούν πτωτικές τάσεις στις τιμές χονδρεμπορικής, ενώ παράλληλα εκτοπίζουν ποσότητες από συμβατικές μονάδες.

Είναι ενδεικτικό ότι κατά το 2015, το συνολικό κόστος του ενεργειακού μίγματος, όπως αποτυπώνεται στα οικονομικά αποτελέσματα της ΔΕΗ, μειώθηκε κατά 438 εκατ. € ή 12.6 % συγκριτικά με το 2014. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα ενδιάμεσα οικονομικά αποτελέσματα, στο 1ο εξάμηνο του 2016, το κόστος μειώθηκε κατά 229 εκατ. €, συγκριτικά με το 1ο εξάμηνο του 2015 ή ποσοστιαία, 15%. Αναλυτικότερα, το κόστος φυσικού αερίου υποχώρησε κατά 34%, το κόστος μαζούτ κατά 33% και το κόστος diesel κατά 18.5%.

Πέραν της υποχώρησης των τιμών του φυσικού αερίου, μια σημαντική εξοικονόμηση στη χονδρεμπορική αγορά επήλθε από την αναδιάρθρωση του υπέρογκου μηχανισμού επάρκειας που ίσχυε έως το 2014 και ειδικότερα, από τη μετάβαση σε έναν μηχανισμό ευελιξίας, με ετήσια διάρκεια. Η μετάβαση αυτή, από ένα κόστος 575 εκατ. €  το 2014 σε 171 εκατ. € (κατά μέγιστο, για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2015 έως τον Απρίλιο του 2016) συνεπάγεται μια εξοικονόμηση της τάξης των 400 εκατ. € στο κόστος της προμήθειας της ενέργειας, συγκριτικά με το 2014.

Τίθεται επομένως, το εύλογο ερώτημα: «Σε τι βαθμό οι προαναφερθείσες, ισχυρές μειώσεις έχουν αποτυπωθεί στα τιμολόγια λιανικής;» Όπως προκύπτει από το παρακάτω διάγραμμα, έως και το 1ο εξάμηνο του 2016, δεν υπήρξε καμία μεταβολή στις ανταγωνιστικές χρεώσεις του κυρίαρχου προμηθευτή, ώστε να αντανακλά τις ισχυρές μειώσεις που επήλθαν στη χονδρεμπορική αγορά. Ωστόσο, από την 1η Ιουλίου του 2016, εφόσον πλέον υφίστατο και το νομοθετικό πλαίσιο για τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ, η ΔΕΗ εισήγαγε την πολιτική της έκπτωσης του 15% στην ανταγωνιστική χρέωση των τιμολογίων για την περίπτωση της εμπρόθεσμης εξόφλησης. Πρόκειται για μια κίνηση αρκετά αποτελεσματική, που ενισχύει την εισπραξιμότητα του κυρίαρχου προμηθευτή, και έχει οικονομική βάση, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών των υγρών καυσίμων. Η πολιτική αυτή, της επιβράβευσης της συνέπειας, υιοθετήθηκε πλήρως ή εν μέρει από άλλους προμηθευτές στη συνέχεια, ευνοώντας την εξοικονόμηση εκ μέρους των καταναλωτών αλλά και την εύρυθμη λειτουργία της λιανικής αγοράς.

3. Εξέλιξη και διάρθρωση οικιακών τιμολογίων

Ας δούμε πιο αναλυτικά, πώς εξελίχθηκαν τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος για τους οικιακούς καταναλωτές από το 2011 έως και σήμερα, δηλαδή μέσα σε μια πενταετία, και ποιες είναι οι επιμέρους συνιστώσες τους. Θα εστιάσουμε στα κόστη προμήθειας ενέργειας και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις.  Η αύξηση των τιμολογίων διαφοροποιείται ανάλογα με το κλιμάκιο της κατανάλωσης. Ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι εξίσου δραματικά. Οι αυξήσεις κυμαίνονται μεταξύ 35 % και 47%, ενώ για όσους ενέπιπταν στην κατηγορία 0-800 KWh, η οποία έχει πλέον καταργηθεί, η αύξηση αγγίζει το 82%.

Αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που η Ελλάδα της ύφεσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απορροφήσει, τουλάχιστον το συντριπτικό ποσοστό των πολιτών. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των λογαριασμών της ΔΕΗ υπερβαίνουν σταθερά τα 2 δις. τα τελευταία έτη. Προφανώς κάποιοι μένουν αλώβητοι από την οικονομική κρίση και το παράδοξο είναι ότι κάποιες φορές εκείνοι είναι και οι μεγάλοι οφειλέτες αλλά και εκείνοι που δεν αποσυνδέονται, σε αντιδιαστολή με άλλες ομάδες πολιτών, όπως οι συνταξιούχοι, που σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες διατηρούν τη συνέπεια τους στην καταβολή λογαριασμών.

Είναι σημαντικό να υπάρξει ευρύτερη ενημέρωση των ευάλωτων καταναλωτών για την ένταξή τους στο ειδικό τιμολόγιο, το ΚΟΤ, καθώς και μια πολιτική αποσυνδέσεων, που θα αποτρέπει τη διόγκωση των επισφαλειών και παράλληλα, θα αντανακλά κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Η προσέγγιση που ακολουθεί πλέον η ΔΕΗ κινείται σε αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί προκαλούν ένα σοβαρό κόστος που το επωμίζονται τελικά εκείνοι που πληρώνουν τους λογαριασμούς τους. Το ίδιο ισχύει και για τις ρευματοκλοπές, ένα ζήτημα για το οποίο προσφάτως η ΡΑΕ προσδιόρισε ένα λεπτομερές και λειτουργικό πλαίσιο για την οριοθέτηση του προβλήματος, ενώ παράλληλα εξετάζουμε τη συνάρτηση των κυρώσεων με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, ώστε να αποτραπούν δυσανάλογες επιπτώσεις.

Ας εξετάσουμε ως παράδειγμα διάρθρωσης των τιμολογίων το κλιμάκιο κατανάλωσης 1601-2000 kWh το τετράμηνο, μια κατηγορία στην οποία συχνά εμπίπτει μια ελληνική οικογένεια. Το κόστος αγοράς ενέργειας από τη χονδρεμπορική αγορά, όπως αποτυπώνεται στην ΟΤΣ, συν κάποιες πρoσαυξήσεις (όπως το κόστος για το μεταβατικό μηχανισμό ευελιξίας των μονάδων, για τον μηχανισμό ανάκτησης μεταβλητού κόστους, και η χρέωση προμηθευτών ΕΛΑΠΕ) αθροίζουν σε ένα ποσό της τάξης των 60 €/MWh. Ωστόσο, αυτό που καταλήγει να πληρώνει ο καταναλωτής για τη συγκεκριμένη χρέωση, η οποία ονομάζεται ανταγωνιστική, ακριβώς γιατί απορρέει από την αγορά και δεν καθορίζεται εκ προοιμίου από τον ρυθμιστή, είναι 95 €/MWh. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι υπάρχει μια σημαντική απόκλιση, ένα ισχυρό μικτό περιθώριο, ανάμεσα στο κόστος προμήθειας από την αγορά που είναι 60 €/MWh και την ανταγωνιστική χρέωση, που αντιστοιχεί σε αυτό, και είναι 95€/MWh. Θα αναλύσουμε την απόκλιση αυτή στην επόμενη ενότητα.

Στο κόστος προμήθειας της ενέργειας προστίθενται στη συνέχεια οι ρυθμιζόμενες  χρεώσεις. Ειδικότερα 15.70 €/MWh αφορούν τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Τι σημαίνει η χρέωση αυτή με απλούς όρους; Καθώς αρκετά από τα νησιά μας δεν είναι διασυνδεδεμένα με το ηπειρωτικό σύστημα, καταναλώνεται, σε μεγάλο βαθμό, πετρέλαιο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, και το πρόσθετο αυτό κόστος κατανέμεται στους υπόλοιπους καταναλωτές, ώστε να είναι ομοιόμορφη η χρέωση του ρεύματος σε όλη την επικράτεια. Τα υψηλά επίπεδα των χρεώσεων ΥΚΩ, το ετήσιο κόστος των οποίων έχει αγγίξει το 1 δις €, αναδεικνύουν την ανάγκη για άμεση υλοποίηση διασυνδέσεων, όπως της Κρήτης, αλλά και σε όποιες άλλες περιπτώσεις η ανάλυση κόστους οφέλους το υποδεικνύει.

Κατά την έγκριση του δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης του ΑΔΜΗΕ, η ΡΑΕ υπογράμμισε την επιτακτική σημασία της διασύνδεσης της Κρήτης, ώστε, πέραν του θεμελιώδους ζητήματος της ασφάλειας εφοδιασμού, να παύσει σταδιακά ένα υπέρογκο κόστος που αναφύεται ετησίως μέσω των ΥΚΩ, της τάξης των 400 εκατ. €. Η καθυστέρηση στην υλοποίηση  διασυνδέσεων, όπου αυτές προκρίνονται από τις οικονομοτεχνικές αναλύσεις, προσδίδει στις χρεώσεις ΥΚΩ χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν τις μαύρες τρύπες από το χώρο της φυσικής, υπό την έννοια ότι ακολουθείται μια στατική προσέγγιση χωρίς καμία συμβολή στην ασφάλεια εφοδιασμού αλλά και καμία αναπτυξιακή προοπτική.

Εν συνεχεία, προστίθεται η Χρέωση Χρήσης Δικτύου (ΧΧΔ), η οποία ανέρχεται σε 21.40 €/MWh, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή και αξιόπιστη λειτουργία του δικτύου διανομής. Για την ομαλή ενσωμάτωση των ΑΠΕ και ειδικά τις διεσπαρμένης παραγωγής, το δίκτυο διανομής απαιτεί έργα στρατηγικού χαρακτήρα, στην κατεύθυνση που έχει περιγράψει ο αρμόδιος Διαχειριστής (ΔΕΔΔΗΕ). Είναι λυπηρό ότι δεν έχει ξεκινήσει η πιλοτική εφαρμογή των έξυπνων μετρητών, ωστόσο αυτή επίκειται. Εύχομαι να μην υπάρξουν άλλα νομικά ζητήματα που θα παρακωλύσουν την υλοποίησή της, όπως συνέβη κατά το στάδιο της τεχνικής αξιολόγησης των προσφορών στον διαγωνισμό που διεξήγαγε ο ΔΕΔΔΗΕ. Μια αντίστοιχη χρέωση αφορά τη χρήση του Συστήματος Μεταφοράς (ΧΧΣ), όπου αρμόδιος διαχειριστής είναι ο ΑΔΜΗΕ, και αντιστοιχεί σε 5.41 €/MWh.  Ακολουθεί το ΕΤΜΕΑΡ, που ανέρχεται στα 24.87 €/MWh, δηλαδή η χρέωση που καλύπτει το έλλειμα μεταξύ του κόστους παραγωγής από θερμικές μονάδες και των εγγυημένων τιμών που λαμβάνουν οι παραγωγοί ΑΠΕ.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις καταλήγουν να συνιστούν το 40-48% των τιμολογίων μας. Eιδικότερα, η χρέωση για τις ΑΠΕ εκτινάχθηκε από τα 2 €/ΜWh το 2011 στα 25 €/ MWh το 2015.

4. Αποκλίσεις μεταξύ κόστους προμήθειας και ανταγωνιστικής χρέωσης

Οι αναλύσεις του ανταγωνιστικού σκέλους των οικιακών τιμολογίων, χωρίς δηλαδή να συνυπολογιστούν οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, υποδεικνύουν καταρχάς, ισχυρά μικτά περιθώρια κέρδους, της τάξης των 35 €/ΜWh για τον κυρίαρχο προμηθευτή έως και το 1ο εξάμηνο του 2016, ή 20 €/MWh, στη συνέχεια, για τους εμπρόθεσμους καταναλωτές. Τι εμπεριέχεται στο μικτό αυτό περιθώριο; Επί της ουσίας, το κόστος πωλήσεων μέσω συνεργατών και δικτύων, το κόστος χρηματοδότησης, το risk premium, λόγω της στοχαστικής δυναμικής διαφόρων μεγεθών των ενεργειακών αγορών, αλλά και το κόστος των επισφαλειών, είναι παράγοντες που συμπιέζουν τα περιθώρια στη λιανική αγορά.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η απόσταση ανάμεσα στο κόστος προμήθειας και την ανταγωνιστική χρέωση έχει διαφορετική προέλευση για τη δεσπόζουσα εταιρεία και τους εναλλακτικούς προμηθευτές. Για τη ΔΕΗ, υπάρχει προφανώς το κόστος μισθοδοσίας ενός εκτενούς δικτύου καταστημάτων αλλά αυτό που μεταβλήθηκε ουσιωδώς την τελευταία πενταετία είναι το κόστος των επισφαλειών, που στο τέλος του προηγούμενου έτους ανήλθαν στα 2.3 δις. Το κόστος που προκαλούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αποτρέπει την υποχώρηση των τιμολογίων καθώς ουσιαστικά προστίθεται εμμέσως, ως άλλη διακριτή χρέωση, στα τιμολόγια. Όσοι λοιπόν καταβάλουν τους λογαριασμούς τους, ουσιαστικά επωμίζονται ένα κόστος, που προκαλείται από εκείνους που δεν τους πληρώνουν. Η πολιτική των διακανονισμών που εφαρμόζεται πλέον από τον κυρίαρχο προμηθευτή αναδεικνύει ενθαρρυντικά μηνύματα. Βάσει των στοιχείων του 1ου εξαμήνου του 2016, οι μισές περίπου οφειλές στη ΔΕΗ τελούν υπό διακανονισμό, ο οποίος τηρείται στο 80 % των περιπτώσεων.

Τα ζητήματα είναι διαφορετικής φύσης για τους εναλλακτικούς προμηθευτές, οι οποίοι ακολουθούν μια πολιτική αποσυνδέσεων που είναι πιο κοντά στις προβλέψεις του Κώδικα Προμήθειας. Από δεδομένα που αντλούμε από άλλες χώρες σε αντίστοιχο στάδιο ανοίγματος της λιανικής αγοράς, προκύπτει ότι η προμήθεια των συνεργατών ενός αναπτυσσόμενου προμηθευτή υπερβαίνει συχνά τα 50 € για κάθε νέο πελάτη. Το κόστος επισφαλειών είναι επίσης υπαρκτό, με δευτερεύοντα τα κόστη εξυπηρέτησης πελατών (κυρίως εξωτερικά τηλεφωνικά κέντρα). Επιπλέον, μια άτυπη εκτίμηση που διαφαίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι αν το σύνολο των ως άνω κοστολογικών παραμέτρων υπερβαίνει τα 20 €/ MWh, τότε είτε υφίσταται ζήτημα συντηρητικών παραδοχών στα μοντέλα των προμηθευτών είτε οι χρεώσεις των μεσαζόντων είναι υψηλές ή ακόμη και απαγορευτικές.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο προβληματισμός που προκύπτει σε αρκετές χώρες είναι αν οι χρεώσεις των μεσαζόντων χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από τις αρμόδιες Αρχές Ανταγωνισμού. Ειδικότερα,  είναι σημαντικό να εξεταστεί αν το ύψος των χρεώσεων των συνεργατών είναι εύλογο, αν δηλαδή αποτυπώνει το κόστος εκπαίδευσης του προσωπικού υφιστάμενων δικτύων λιανικής σε προϊόντα ηλεκτρικής ενέργειας, ή αν ενέχει υπερκέρδη, συνιστώντας ανασταλτικό εμπόδιο για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού σε έναν νευραλγικό τομέα της εθνικής οικονομίας.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, τα περιθώρια που θεωρούνται εύλογα δεν υπερβαίνουν το 5-8%. Δεν είναι τυχαίο ότι οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας δραστηριοποιούνται και στην προμήθεια φυσικού αερίου, ώστε να αξιοποιήσουν συνέργειες, και να αντισταθμίσουν τα περιορισμένα περιθώρια κέρδους που επιτρέπει ο ανταγωνισμός.

Είναι όμως αυτή η πλήρης εικόνα; Αυτό που πρέπει επίσης να αξιολογήσουμε είναι πως συγκρίνονται τα επίπεδα τιμολογίων με το πραγματικό κόστος παραγωγής ρεύματος και όχι αυτό που καταλήγει να αποτυπώνεται στην αγορά, το οποίο είναι συμπιεσμένο λόγω ΑΠΕ, εισαγωγών και υποχρεωτικών εγχύσεων.  Αυτή είναι και μια τεκμηρίωση που επικαλούνται συχνά οι καθετοποιημένες επιχειρήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ότι δηλαδή ακόμη και αν τα περιθώρια φαίνονται σημαντικά, εξανεμίζονται αν λάβουμε υπόψη όλα τα κόστη. H χρέωση προμηθευτών, ΕΛΑΠΕ, που εφαρμόζεται από την 1ηΝοεμβρίου 2016, μέσα από μια μεθοδολογία επανεπίλυσης της χονδρεμπορικής αγοράς χωρίς τη συμμετοχή των ΑΠΕ, έχει ως στόχο να προσεγγίσει αυτή την απόκλιση, μεταξύ ΟΤΣ και πραγματικού κόστους, και να την λάβει υπόψη στη διαμόρφωση των τιμολογίων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πλέον ιδιαίτερα ισχυρό στην ελληνική πραγματικότητα. Αυτό που διαφαίνεται να ισχύει σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η αντιστάθμιση που επιχειρείται σε επίπεδο καθετοποιημένων εταιρειών, με τη λιανική αγορά να αντισταθμίζει οικονομικές ζημίες στη χονδρεμπορική αγορά, και το αντίστροφο, ανάλογα με την μεταβολή θεμελιωδών μεγεθών, όπως η ζήτηση, τα κόστη καυσίμων αλλά και το ύψος των αποζημιώσεων ισχύος των μονάδων (capacity payments).

Αν ακολουθήσουμε την προσέγγιση αυτή, τίθεται το ερώτημα: «Μήπως όμως υπάρχουν περιθώρια σύμπτυξης του κόστους παραγωγής;»  Προφανώς, υπάρχουν αρκετές τοπικές ιδιαιτερότητες στην ελληνική αγορά. Ωστόσο, αν μια δαπάνη για ένα κέντρο κόστους είναι ισχυρά υψηλότερη από μια άλλη χώρα, αυτό πρέπει να μας προβληματίζει, και αφού γίνουν οι όποιες αναπροσαρμογές για τη συγκρισιμότητα των στοιχείων, να γίνουν οι απαραίτητες ελεγκτικές και διορθωτικές παρεμβάσεις, με στόχο τον εξορθολογισμό όλων των δαπανών που καταλήγουν στον καταναλωτή.

5. Ποιο είναι το σκεπτικό των δημοπρασιών ΝΟΜΕ;

Οι δημοπρασίες τύπου ΝΟΜΕ είναι ένα από τα μέτρα που υιοθετήθηκαν προσωρινά ώστε να αντιμετωπιστούν οι ασύμμετρες επιπτώσεις της αποκλειστικής πρόσβασης του δεσπόζοντα παίκτη, της ΔΕΗ, στη λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή. Στόχος του σχήματος είναι να μεταφερθεί και σε άλλους προμηθευτές το ανταγωνιστικό αυτό πλεονέκτημα. Η ΡΑΕ, δυνάμει των σχετικών νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, γνωμοδότησε τον Ιούνιο για την τιμή εκκίνησης των δημοπρασιών και εν συνεχεία καθόρισε με μια σειρά αποφάσεών της διάφορες παραμέτρους του σχήματος. Η 1η δημοπρασία διεξήχθη στις 25 Οκτωβρίου 2016 και αφορούσε ένα ετήσιο προϊόν 460 MWh ανά ώρα, με φυσική παράδοση από τον Δεκέμβριο του 2016 έως και τον Νοέμβριο του 2017.

Είναι σημαντικό ότι κατά την πρώτη δημοπρασία διοχετεύτηκε όλη η ποσότητα, ότι προέκυψε μια εύλογη κατανομή των ποσοτήτων μεταξύ των συμμετεχόντων, και ότι πέραν των 3 καθετοποιημένων εταιρειών, σημαντικές ποσότητες απορροφήθηκαν και από άλλους προμηθευτές. Συνδυαστικά, οι διαπιστώσεις αυτές αναδεικνύουν ότι το σχήμα είχε σχεδιαστεί σωστά, χωρίς να δημιουργεί ανασταλτικά εμπόδια (barriers to entry) για τους συμμετέχοντες, παράμετρο στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση.

Επιπλέον, η μέγιστη αποδεκτή προσφορά δεν απείχε ιδιαίτερα από την τιμή εκκίνησης, γεγονός που δημιουργεί την προοπτική η έκπτωση που απορρέει, συγκριτικά με την προβλεπόμενη ΟΤΣ, να μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Η ΡΑΕ θα παρακολουθεί διεξοδικά τα προϊόντα που αναπτύσσονται στη λιανική αγορά, τους όρους και τις προϋποθέσεις τους, ώστε να διασφαλιστεί ότι το όφελος διοχετεύεται επαρκώς στους καταναλωτές  και ισορροπημένα μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών. Στο πλαίσιο αυτό, οι προμηθευτές θα υποβάλουν σε τριμηνιαία βάση στοιχεία για τις ανταγωνιστικές χρεώσεις, τις καταναλώσεις και το έσοδο τους ανά κατηγορία πελατών, ώστε η ΡΑΕ να αξιολογεί την εξέλιξη των τιμολογίων.

Για τους εναλλακτικούς προμηθευτές, οι δημοπρασίες ΝΟΜΕ ενέχουν διπλή οικονομική σημασία. Καταρχάς, διασφαλίζουν μια σταθερή τιμή για μια ποσότητα που καλύπτει σε μεγάλο βαθμό ή και πλήρως, το φορτίο βάσης τους.  Η σταθερή αυτή τιμή καθιστά εφικτό το hedging, τη διαχείριση ρίσκου, καθώς περιορίζει την έκθεση των προμηθευτών στις διακυμάνσεις της ΟΤΣ, και ιδίως στις αυξήσεις της. Επιπρόσθετα, η τιμή εκκίνησης των ΝΟΜΕ βασίζεται στα μεταβλητά κόστη ενός μίγματος λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής (με αναλογία 7 % και 3% αντίστοιχα), και επομένως είναι σημαντικά χαμηλότερο από την ΟΤΣ. Αν θεωρηθεί ότι η μέση προβλεπόμενη τιμή κατά το 2017 κυμαίνεται στα 47 €/MWh, τότε οι τιμές που προέκυψαν από την 1ηδημοπρασία ΝΟΜΕ συνεπάγονται μια έκπτωση της τάξης των 10 €/MWh.

6. Ποια είναι η δυναμική των τιμολογίων; Αρχικές ενδείξεις

Η ΡΑΕ θα εκπονήσει την πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση για την επίδραση των ΝΟΜΕ στα τιμολόγια λιανικής τον Μάρτιο του 2017, βάσει των στοιχείων που θα υποβληθούν για το 1ο τρίμηνο εφαρμογής του μέτρου. Υπενθυμίζεται ότι η φυσική παράδοση του προϊόντος ΝΟΜΕ ξεκίνησε την 1η Δεκεμβρίου. Η αίσθηση στο παρόν στάδιο είναι ότι τα ΝΟΜΕ έχουν προκαλέσει έντονο ανταγωνισμό στη μέση τάση. Ενδεχομένως, στην κατηγορία αυτή διοχετεύεται σε μεγαλύτερο βαθμό η έκπτωση που ενέχουν. Στα προϊόντα που αφορούν τους οικιακούς καταναλωτές, διαφαίνεται ότι τα ΝΟΜΕ έχουν διασφαλίσει τη σταθερότητα που επιτρέπει τη διαμόρφωση νέων προϊόντων, με ορίζοντα ενός ή δύο ετών, δημιουργώντας ένα όφελος που δύναται να κυμαίνεται στα 50 – 100 € ετησίως για μέσα επίπεδα κατανάλωσης, και μπορεί να αυξάνεται περαιτέρω σε κλιμάκια υψηλότερων καταναλώσεων.

Μια πρώτη επισήμανση είναι ότι η ανταγωνιστική χρέωση για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά μια σύμβαση προμήθειας δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, αλλά συχνά συναρτάται με την κατανάλωση ή και με έμμεσες παροχές (όπως δωροεπιταγές). Απαιτούνται έτσι κάποιοι στοιχειώδεις υπολογισμοί, καθώς κάποια τιμολόγια εμπεριέχουν μια έκπτωση ή μια ειδική χρέωση για συγκεκριμένο αριθμό μηνών, με μια διαφορετική πολιτική χρέωσης στη συνέχεια. Για τον μέσο εμπρόθεσμο καταναλωτή, είναι ενθαρρυντικό ότι οι ανταγωνιστικές χρεώσεις σε 12μηνη βάση κυμαίνονται πλέον συχνά σε επίπεδα περί των 75 €/MWh, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που τείνουν στα 70 €/ΜWh. Για τον εμπρόθεσμο μέσο καταναλωτή με νυχτερινό τιμολόγιο, οι περαιτέρω μειώσεις σε σχέση με τον κυρίαρχο προμηθευτή δεν υπερβαίνουν σε κάποιες περιπτώσεις το 6 %.  Για τους καταναλωτές σε υψηλότερα κλιμάκια, όπως για κατανάλωση των 2100 kWh το τετράμηνο, το εν δυνάμει όφελος μπορεί να αγγίζει ακόμη και το 20%.

Είναι πολύ σημαντικό οι καταναλωτές να επαναλαμβάνουν τους υπολογισμούς στα δικά τους δεδομένα κατανάλωσης, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις, μικρών κυρίως καταναλώσεων, κάποια τιμολόγια μπορεί να είναι πιο ακριβά συγκριτικά με τον κυρίαρχο πάροχο, ακόμη και κατά 30%. Ο χρόνος ενεργοποίησης ενός νέου συμβολαίου μπορεί επίσης να επηρεάζει το εν δυνάμει όφελος, καθώς συνδέεται με την εποχικότητα της κατανάλωσης. Η μη διαφοροποίηση της χρέωσης σε περίπτωση αλλαγής κλιμακίου είναι ένα νέο χαρακτηριστικό που διαπιστώθηκε σε κάποια προϊόντα και μπορεί να είναι σημαντικό για κάποιους καταναλωτές.

Τα παραπάνω δεδομένα αναδεικνύουν την ανάγκη για διαμόρφωση ενός δείκτη που θα απλοποιεί τη σύγκριση των διαφόρων τιμολογίων, με στόχο τη διαφάνεια και την προστασία των καταναλωτών. Επιπλέον, θεμελιώδους σημασίας είναι η ύπαρξη εργαλείων σύγκρισης τιμών (price comparison tools), που θα διασφαλίζουν την πληρότητα των δεδομένων, την αντικειμενικότητα, και την αναφορά όλων των όρων που διέπουν τις συμβάσεις, όπως ρήτρες ή επιπτώσεις σε περίπτωση αλλαγής προμηθευτή εντός του διαστήματος της σύμβασης. Αυτή την περίοδο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER) έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε το 2012 για τα εργαλεία σύγκρισης τιμών, με στόχο την αναθεώρησή τους βάσει πρόσφατων εξελίξεων. Η ΡΑΕ επεξεργάζεται τα ζητήματα αυτά.

 Στο ερώτημα αν η επίδραση των ΝΟΜΕ έχει διοχετευτεί επαρκώς στα οικιακά τιμολόγια, μια πρώτη απάντηση είναι ότι αναμένουμε τιμολόγια που θα αντανακλούν ισχυρότερα την έκπτωση των ΝΟΜΕ. Πέραν της εκτιμώμενης έκπτωσης των 10 €/MWh συγκριτικά με την προβλεπόμενη ΟΤΣ,  ένας από τους λόγους που θα προκαλέσει την υποχώρηση των τιμολογίων είναι και η αναθεώρηση της τιμής εκκίνησης των δημοπρασιών, η οποία αναμένεται τον Ιούνιο, όταν θα έχουν οριστικοποιηθεί και τα οικονομικά αποτελέσματα της ΔΕΗ. Ο επανυπολογισμός αυτός, βάσει του νομοθετικού πλαισίου, θα λάβει υπόψη τις τιμές CO2 στο τέλος του 2016. Η συγκεκριμένη συνιστώσα μονομερώς, χωρίς δηλαδή να λαμβάνονται υπόψη οι υπόλοιπες παράμετροι, αναμένεται να προκαλέσει μια μείωση της τιμής εκκίνησης της τάξης των 5 €/MWh. Οι αναπροσαρμογές αυτές δεν γίνονται για να δημιουργούνται υπερκέρδη στους εναλλακτικούς προμηθευτές αλλά για να υποστηρίξουν το άνοιγμα της λιανικής αγοράς και να υπάρξει πραγματικό όφελος στους καταναλωτές. Επιπρόσθετα, η πλήρης συμμετοχή των προμηθευτών στη χρέωση ΕΛΑΠΕ το 2017 θα αντισταθμιστεί από την παύση της χρέωσης για τον μεταβατικό μηχανισμό ευελιξίας, η εφαρμογή του οποίου λήγει τον Απρίλιο του 2017.

7. Γενικοί στόχοι

Καταλήγοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι στόχος της ΡΑΕ είναι οι μεταρρυθμίσεις που διενεργούνται, αλλά και η γενικότερη ρυθμιστική μας προσέγγιση, όπως αυτή αποτυπώνεται στις παραμέτρους των τιμολογίων που εγκρίνουμε για τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις,  στις διεξοδικές ρυθμίσεις για τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των αγορών, και στον τρόπο εποπτείας τους, είναι να υπάρξει μια θετική επίδραση στους καταναλωτές. Ο στόχος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Στην Ελλάδα της οικονομικής ύφεσης, η θεώρηση της ενέργειας ως ένα commodity, ένα αγαθό που απλά υπόκειται σε συναλλαγές χρηματιστηριακής υφής, δημιουργώντας κέρδη στους συναλλασσόμενους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ισχυρή είναι η κοινωνική διάσταση της ενέργειας ως αγαθό, η οποία συνυφαίνεται με την αναπτυξιακή της διάσταση για την υπέρβαση της κρίσης. Το εύλογο κόστος, χωρίς στρεβλές χρεώσεις και δυσανάλογες δαπάνες, είναι ένα θεμελιώδες ζητούμενο σε όλο το φάσμα της ενέργειας, αναγκαίο για τη δημιουργία νέας προοπτικής, επενδυτικών δυνατοτήτων, και κοινωνικής ευημερίας.

Σταθερή αναφορά μας στη ΡΑΕ είναι να εδραιώνουμε ένα θετικό πρόσημο για τους καταναλωτές και αυτό αναμένουμε να αποτυπωθεί σε δύο επίπεδα: καταρχάς βραχυπρόθεσμα, μέσα από την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη δημιουργία νέων, ουσιαστικών επιλογών για τους καταναλωτές. Πέραν της ανάπτυξης της δυνατότητας για αλλαγή προμηθευτή στον ηλεκτρισμό, θα ήθελα να επισημάνω και τη δυνατότητα για πρόσβαση στο φυσικό αέριο, σε ευρεία πλέον γεωγραφική κλίμακα, μέσα από το πνεύμα των τιμολογίων που ενέκρινε η ΡΑΕ προσφάτως, με κίνητρα για επέκταση και ανάπτυξη του δικτύου ώστε να προκαλείται όφελος στο σύνολο των καταναλωτών. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, σημαντικά αποτελέσματα αναμένεται να προκύψουν από νέες υποδομές, όπως οι διασυνδέσεις των νησιών, οι έξυπνοι μετρητές, η ανάπτυξη του δικτύου φυσικού αερίου, οι διασυνδετήριοι αγωγοί φυσικού αερίου. Πρόκειται για υποδομές στρατηγικής σημασίας, που θα συμβάλουν στην οικονομικότητα του συστήματος ολιστικά και οφείλουν να διέπονται από εύλογα κόστη, ειδικά στα πεδία που αφορούν το ρυθμιστή.

* Η Νεκταρία Καρακατσάνη είναι μέλος της Ολομέλειας της ΡΑΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Νεκταρία Καρακατσάνη (ΡΑΕ) – Οι 8 μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here